Η πενταετής παραγραφή παραμένει ο γενικός κανόνας για τις φορολογικές υποθέσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες κλείνουν υποχρεωτικά στην πενταετία. Συγκεκριμένες εξαιρέσεις επιτρέπουν στη Φορολογική Διοίκηση να προχωρήσει σε καταλογισμούς εντός δεκαετίας.
Η βασική προθεσμία υπολογίζεται από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης και όχι από την ημερομηνία της συναλλαγής.
Η δεκαετία μπορεί να εφαρμοστεί όταν, μετά την πενταετία, προκύψουν νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να ήταν γνωστά εγκαίρως στη Φορολογική Διοίκηση. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προκύπτει μεγαλύτερη φορολογική οφειλή από την ήδη προσδιορισμένη, ενώ η εξαίρεση αφορά μόνο το ζήτημα που αποκαλύπτουν τα νέα δεδομένα.
Δεν είναι, όμως, η μοναδική περίπτωση: δεκαετής προθεσμία προβλέπεται και όταν δεν έχει υποβληθεί δήλωση μέσα στην πενταετία, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θεωρείται πραγματικά νέο στοιχείο. Μια μεταγενέστερη έκθεση ελέγχου δεν αρκεί από μόνη της. Στοιχεία που ήταν ήδη διαθέσιμα, αλλά αγνοήθηκαν ή δεν αξιολογήθηκαν σωστά, δεν αποκτούν αυτομάτως νέο χαρακτήρα. Η διάκριση αυτή αποτυπώνεται και στις διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ για τα συμπληρωματικά στοιχεία, οι οποίες αφορούν το προϊσχύσαν καθεστώς.
Αντίστοιχα, η διαπίστωση εικονικών τιμολογίων δεν συνεπάγεται αυτομάτως δεκαετή παραγραφή. Καθοριστικά παραμένουν ο χρόνος αποκάλυψης και η δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού των στοιχείων.
Για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφύλαξη βιβλίων και παραστατικών. Η ελάχιστη πενταετής διατήρηση μπορεί να παρατείνεται λόγω των προθεσμιών παραγραφής ή μιας εκκρεμούς υπόθεσης. Πριν καταστραφούν παλαιά αρχεία, χρειάζεται έλεγχος με τον λογιστή, καθώς ειδικές παρατάσεις και μεταβατικές διατάξεις μπορεί να αλλάζουν την προθεσμία κάθε υπόθεσης.

