
Αύξηση της τάξης του 10,1% κατέγραψαν τα ενοίκια στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, τοποθετώντας τη χώρα στη δεύτερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πίσω από την Κροατία.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου τα μισθώματα αυξήθηκαν κατά 3,2% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές κατοικιών ενισχύθηκαν κατά 5,5%.
Απόκλιση από την Ευρώπη
Σύμφωνα με μελέτη του ΚΕΦΙΜ, η ελληνική αγορά ακινήτων εμφανίζει εντονότερες διακυμάνσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που αποδίδεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες και ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Από το 2022 έως το 2025, τα ενοίκια στη χώρα έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά τουλάχιστον 40%, ξεπερνώντας τα επίπεδα της περιόδου πριν από την οικονομική κρίση.
Η επιβάρυνση των νοικοκυριών
Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το κόστος στέγασης στην Αθήνα, όπου:
- το ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αντιστοιχεί στο 70,2% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος
- για κατοικία δύο υπνοδωματίων το ποσοστό φτάνει το 93,6%
Τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ διαμορφώνονται σημαντικά χαμηλότερα, μεταξύ 31% και 46%.
Παράγοντες αύξησης
Η ανοδική πορεία των ενοικίων συνδέεται με:
- την ενίσχυση της τουριστικής ζήτησης και την εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων
- τη μειωμένη οικοδομική δραστηριότητα την προηγούμενη δεκαετία
- την αύξηση των ξένων επενδύσεων στην αγορά ακινήτων
- προγράμματα όπως η «Χρυσή Βίζα», που ενισχύουν τη ζήτηση
Παράλληλα, από το 2023 και μετά, τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς που υπερβαίνουν τον πληθωρισμό, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τα νοικοκυριά σε πραγματικούς όρους.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις χώρες με τις υψηλότερες αυξήσεις ενοικίων στην Ευρώπη, ενώ η αναλογία κόστους στέγασης προς εισόδημα παραμένει από τις υψηλότερες στην ΕΕ.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις πιέσεις στην αγορά κατοικίας και αναδεικνύει το στεγαστικό ζήτημα ως ένα από τα βασικά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα της χώρας.


