Η πολύωρη αναστάτωση στο Λεκανοπέδιο δεν ανέδειξε μόνο ένα άγνωστο περιστατικό, αλλά και τα όρια ενός κατακερματισμένου μηχανισμού πολιτικής προστασίας, περιβαλλοντικού ελέγχου και ενεργειακής εποπτείας

Η έντονη οσμή αερίου που κάλυψε για ώρες μεγάλες περιοχές της Αθήνας, από τα νότια προάστια μέχρι το κέντρο και τον Πειραιά, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη «ανεξήγητο συμβάν» της καθημερινότητας του Λεκανοπεδίου. Στην πραγματικότητα, αποτελεί ένα σοβαρό πολιτικό, τεχνικό και κοινωνικό γεγονός, το οποίο φέρνει στην επιφάνεια με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο τις αδυναμίες ενός κρατικού μηχανισμού που εμφανίζεται πανίσχυρος όταν πρόκειται για φορολόγηση, επιτήρηση και καταστολή, αλλά εξαιρετικά αδύναμος όταν καλείται να προστατεύσει ουσιαστικά τη δημόσια ασφάλεια και την ανθρώπινη ζωή.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο ότι χιλιάδες πολίτες αισθάνθηκαν μια αποπνικτική οσμή χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς εισπνέουν, αλλά ότι επί ώρες κανένας αρμόδιος φορέας δεν μπορούσε να δώσει μια σαφή, επιστημονικά τεκμηριωμένη και επιχειρησιακά αξιόπιστη απάντηση για την προέλευση του φαινομένου, για τη χημική του σύσταση, για το αν υπήρχε κίνδυνος για τη δημόσια υγεία ή για τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν από τον πληθυσμό. Αντιθέτως, οι επίσημες ανακοινώσεις κινήθηκαν σε ένα θολό πλαίσιο καθησυχασμού, βασισμένου κυρίως σε δηλώσεις των ίδιων των εταιρειών που διαχειρίζονται ή εμπορεύονται ενεργειακές υποδομές, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για το ποιος τελικά ελέγχει ποιον.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο αν εξεταστεί από τεχνική σκοπιά. Οι σταθεροί σταθμοί μέτρησης ατμοσφαιρικής ρύπανσης που διαθέτει η Αττική είναι σχεδιασμένοι κυρίως για την παρακολούθηση κλασικών αστικών ρύπων, όπως τα αιωρούμενα σωματίδια, τα οξείδια του αζώτου ή το όζον, και όχι για την ανίχνευση πτητικών οργανικών ενώσεων, οσμηρών αερίων ή πιθανών διαρροών LNG και LPG. Με απλά λόγια, το γεγονός ότι «δεν καταγράφηκαν αυξημένοι ρύποι» δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δεν υπήρχε επικίνδυνη ουσία στην ατμόσφαιρα. Ενδεχομένως σημαίνει ότι το ίδιο το δίκτυο μέτρησης δεν είχε τη δυνατότητα να τη δει. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ήδη δημόσια συζήτηση για την επάρκεια του εξοπλισμού, για τα πρωτόκολλα αντιμετώπισης τέτοιων συμβάντων και για την απουσία κινητών μονάδων εξειδικευμένων χημικών αναλύσεων σε μια μητροπολιτική περιοχή εκατομμυρίων κατοίκων.

Παράλληλα, η εικόνα αποσυντονισμού μεταξύ των υπουργείων, των διαχειριστών δικτύων, των περιφερειακών υπηρεσιών καθώς και των ιδιωτικών ενεργειακών φορέων ανέδειξε κάτι βαθύτερο: τον πλήρη κατακερματισμό της διαχείρισης κρίσιμων ενεργειακών υποδομών στο όνομα της «απελευθέρωσης» της αγοράς. Σήμερα, η συνολική επιχειρησιακή εικόνα των δικτύων φυσικού αερίου, των εγκαταστάσεων LNG, των αποθηκών καυσίμων και των δικτύων υγραερίου δεν βρίσκεται συγκεντρωμένη σε έναν ενιαίο δημόσιο φορέα με απόλυτη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης, αλλά διασπάται ανάμεσα σε εταιρείες, διαχειριστές, ρυθμιστικές αρχές και ιδιωτικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα η ίδια η κρατική εποπτεία να λειτουργεί πολλές φορές αποσπασματικά και καθυστερημένα.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σε τέτοιες περιπτώσεις επανέρχεται διαρκώς η λογική της «ατομικής ευθύνης». Τη μία στιγμή δίνονται οδηγίες για εκκενώσεις, την άλλη συστάσεις παραμονής σε κλειστούς χώρους, χωρίς να υπάρχει σαφής εικόνα του κινδύνου καλλιεργώντας κλίμα πανικού και έντονης -δικαιολογημένης- ανησυχίας, χωρίς οργανωμένες ασκήσεις πολιτικής προστασίας, χωρίς εκπαιδευμένο προσωπικό σε επίπεδο γειτονιάς και χωρίς ουσιαστική προετοιμασία του πληθυσμού για ενδεχόμενο βιομηχανικού ατυχήματος μεγάλης έκτασης. Το περίφημο «112» εμφανίζεται κάθε φορά ως υποκατάστατο ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού πρόληψης και πολιτικής προστασίας, ενώ στην πράξη λειτουργεί συχνά ως εργαλείο διαχείρισης πανικού και μεταφοράς ευθύνης στους ίδιους τους πολίτες.

Η υπόθεση της οσμής αερίου πάνω από την Αθήνα, ανεξάρτητα από την τελική εξήγηση που ίσως δοθεί ή δεν δοθεί ποτέ, αποκάλυψε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα τεχνικό περιστατικό: αποκάλυψε ότι σε μια πόλη πυκνοκατοικημένη, βιομηχανικά επιβαρυμένη και ενεργειακά διασυνδεδεμένη, οι μηχανισμοί πρόληψης, ελέγχου και άμεσης παρέμβασης παραμένουν ανεπαρκείς, την ίδια στιγμή που οι κρίσιμες υποδομές λειτουργούν με βασικό γνώμονα την οικονομική αποδοτικότητα και όχι τη συνολική κοινωνική ασφάλεια.

(Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece)

(Φωτο: INTIME)

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link