Σε δημόσια διαβούλευση το νομοθέτημα των 761 άρθρων από το Υπουργείο Εσωτερικών – Καταργείται ο δεύτερος γύρος, εισάγεται “εναλλακτική ψήφος” και ενισχύεται το πλαίσιο εποπτείας και ελέγχου στους δήμους και τις περιφέρειες

Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε από τον υπουργό Εσωτερικών Θοδωρής Λιβάνιος ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ένα εκτεταμένο νομοθέτημα 761 άρθρων που φιλοδοξεί να ανασυνθέσει συνολικά το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των δήμων και των περιφερειών, ενσωματώνοντας και εκσυγχρονίζοντας περίπου 2.000 διάσπαρτες διατάξεις.

Ο Κώδικας δομείται σε έξι βιβλία και καλύπτει το σύνολο της αυτοδιοικητικής λειτουργίας: από την οργάνωση και εκλογή των αρχών, έως τη διακυβέρνηση, τις αρμοδιότητες, τη δημοσιονομική διαχείριση και το καθεστώς εποπτείας. Ειδική έμφαση δίνεται στην ενοποίηση του πολυδαίδαλου νομοθετικού πλαισίου, με στόχο –όπως υποστηρίζει το υπουργείο– τη μείωση γραφειοκρατικών επικαλύψεων και την ενίσχυση της “νομικής ασφάλειας” στους ΟΤΑ. Κεντρική τομή αποτελεί η αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Καταργείται ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών και εισάγεται σύστημα “εναλλακτικής ψήφου”, όπου οι πολίτες θα μπορούν να δηλώνουν δεύτερη προτίμηση σε συνδυασμούς. Η κατανομή της ψήφου προβλέπει σύνθετο μηχανισμό δύο σταδίων, με δυνατότητα αναγωγής των δεύτερων επιλογών στους δύο πρώτους συνδυασμούς. Παράλληλα, τίθεται εκλογικό όριο 42% για την ανάδειξη δημάρχου ή περιφερειάρχη, με τελικό αποτέλεσμα να κρίνεται, σε περίπτωση μη επίτευξης του ορίου, από δεύτερη φάση καταμέτρησης.

Στο νέο πλαίσιο εντάσσεται και η προαιρετική ηλεκτρονική ψηφοφορία σε ειδικά εκλογικά κέντρα, καθώς και η θεσμοθέτηση συμβουλευτικών δημοτικών δημοψηφισμάτων με ψηφιακή διαδικασία. Η κυβέρνηση προβάλλει τις ρυθμίσεις αυτές ως “εκσυγχρονισμό” και διεύρυνση της συμμετοχής, με παράλληλη αναδιοργάνωση των συμβουλίων νέων και ψηφιακές διαδικασίες εκλογής τους.

Σημαντικές παρεμβάσεις καταγράφονται και στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης και εποπτείας των ΟΤΑ, όπου επιχειρείται αυστηροποίηση και συστηματοποίηση των ελέγχων, σε συνδυασμό με αναδιάταξη των αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους, δήμων και περιφερειών. Το πλαίσιο αυτό εντάσσεται σε μια λογική “πολυεπίπεδης διακυβέρνησης”, με στόχο την αποφυγή επικαλύψεων και διοικητικών κενών. Ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική συζήτηση προκαλεί η ενσωμάτωση και τροποποιημένη διατήρηση της λεγόμενης “διάταξης Βορίδη”, η οποία αφορά την υποχρεωτική άσκηση ενδίκων μέσων από τις δημοτικές αρχές σε εργατικές υποθέσεις. Στο νομοσχέδιο, η ευθύνη της εφαρμογής μετατοπίζεται ουσιαστικά στους δημάρχους, ενώ διατηρείται η υποχρέωση δικαστικών ενεργειών, με ορισμένες εξαιρέσεις για εργαζόμενους σε παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Η ρύθμιση αυτή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στην αυτοδιοίκηση, καθώς αρκετοί δήμοι έχουν στο παρελθόν αρνηθεί να ασκήσουν ένδικα μέσα, οδηγώντας σε μονιμοποιήσεις συμβασιούχων και συγκρούσεις με την κρατική διοίκηση.

Ωστόσο, πίσω από το τεχνοκρατικό περίβλημα του “εκσυγχρονισμού” και της “απλοποίησης”, το νέο πλαίσιο δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένο από τον βαθύτερο πολιτικό του πυρήνα. Η κατάργηση του δεύτερου γύρου, ο σύνθετος μηχανισμός ανακατανομής ψήφων και η ενίσχυση της διοικητικής εποπτείας συγκροτούν ένα σύστημα που, υπό τον μανδύα της “δημοκρατικής αποτελεσματικότητας”, συμπιέζει την πραγματική λαϊκή έκφραση και ενισχύει θεσμικά φίλτρα ελέγχου επί των αυτοδιοικητικών συσχετισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιμονή στη διατήρηση και αναδιάταξη της διάταξης Βορίδη λειτουργεί ως μηχανισμός πειθαρχίας απέναντι σε αιρετές αρχές που συγκρούονται με το κυρίαρχο διοικητικό δόγμα, επαναφέροντας –με ανανεωμένο ένδυμα νομιμότητας– έναν πυρήνα αποκλεισμών απέναντι σε προοδευτικά και εργατοκεντρικά σχήματα. Έτσι, ο “εκσυγχρονισμός” της αυτοδιοίκησης μετατρέπεται όχι απλώς σε τεχνική μεταρρύθμιση, αλλά σε πεδίο αναδιάταξης ισχύος, όπου η τυπική δημοκρατική διαδικασία συγκαλύπτει τη συστηματική θωράκιση ενός πλαισίου περιορισμού και πειθάρχησης των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link