Η αγορά του βιβλίου, αλλά και η αγορά των κόμιξ, βρίσκονται αναμφίβολα σε μια περίοδο άνθησης. Νέες εκδόσεις, νέα εγχειρήματα, φεστιβάλ, παρουσιάσεις και εκδηλώσεις διαμορφώνουν μια ζωντανή πολιτιστική κινητικότητα. Και μαζί της επανέρχεται ένα μεγάλο ερώτημα: ποιοι και ποιες διαβάζουν τελικά; Όχι αν διαβάζουν, αυτό συμβαίνει αναμφίβολα, αλλά ποιο είναι το κοινωνικό και ηλικιακό εύρος αυτού του κοινού και αν αυτή η «άνθηση» σημαίνει πράγματι μια ουσιαστική διεύρυνση της πολιτιστικής συμμετοχής.

Γιατί πίσω από την αυξημένη παραγωγή και την εκδοτική κινητικότητα κρύβεται και μια άλλη πραγματικότητα. Η άνθηση της αγοράς δεν σημαίνει απαραίτητα και άνθηση του αναγνωστικού κοινού. Συχνά αφορά κυρίως μια καλλιτεχνική και αναγκαστικά εμπορική επέκταση μέσα στα ήδη υπάρχοντα ακροατήρια: περισσότερα προϊόντα, περισσότερες ειδικές εκδόσεις, περισσότερα συλλεκτικά αντικείμενα και περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κοινού στις οποίες απευθύνεται η αγορά. Ένας πολιτισμός ολοένα και πιο κατακερματισμένος, όπου ο καθένας καταναλώνει μέσα στη δική του μικρή πολιτιστική «φούσκα», χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε πραγματική κοινωνική διάχυση της τέχνης και της ανάγνωσης.

Δεν αρκεί όμως μόνο το ήδη «υποψιασμένο» κοινό, όσο σημαντικό κι αν είναι. Στην περίπτωση των κόμιξ, για παράδειγμα, η παλιά προκατάληψη απέναντι στους ενήλικες αναγνώστες εξακολουθεί να επιβιώνει. Παρά την καλλιτεχνική ωρίμανση του μέσου, τη διεθνή αναγνώριση των graphic novels και τη διαρκή εκδοτική παραγωγή, η αντίληψη ότι τα κόμιξ αποτελούν αποκλειστικά «παιδικό» ή «δευτερεύον» ανάγνωσμα δεν έχει ξεπεραστεί πλήρως. Κι αυτό φαίνεται και στην ίδια την κοινωνική τους απεύθυνση. Οι περισσότεροι χώροι, οι περισσότερες διοργανώσεις και μεγάλο μέρος της σχετικής αγοράς εξακολουθούν να κινούνται γύρω από έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων που ήδη διαθέτουν χρόνο, χρήματα, εξοικείωση και πολιτισμικές αναφορές για να συμμετέχουν. Το ίδιο συμβαίνει όμως και ευρύτερα στον πολιτισμό. Βιβλία που γίνονται ολοένα ακριβότερα, δημοτικές και σχολικές βιβλιοθήκες υποστελεχωμένες ή παραμελημένες, πολιτιστικές δραστηριότητες συγκεντρωμένες κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, φεστιβάλ που συχνά λειτουργούν περισσότερο ως νησίδες συγκεκριμένου κοινού παρά ως ανοιχτοί κοινωνικοί χώροι. Την ίδια στιγμή, οι διαδικτυακές πλατφόρμες και οι αλγόριθμοι υπόσχονται απεριόριστη πρόσβαση, αλλά στην πράξη ενισχύουν μια λογική γρήγορης και αποσπασματικής κατανάλωσης. Ο πολιτισμός παρουσιάζεται ως ατομική εμπειρία και προϊόν lifestyle και όχι ως συλλογική ανάγκη, γνώση και κοινωνική διαδικασία.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο ποιος «καταναλώνει» πολιτισμό, αλλά ποιος έχει πραγματικά τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή μαζί του. Γιατί μια κοινωνία που εξαντλεί τον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων, που μετατρέπει το βιβλίο σε ακριβό προϊόν και την τέχνη σε εμπόρευμα, δεν μπορεί εύκολα να μιλά για ουσιαστική πολιτιστική άνθηση. Όπως ήδη τονίσαμε, η αύξηση της παραγωγής δεν σημαίνει αυτόματα και μαζικοποίηση της συμμετοχής. Κι όμως, το διάβασμα, η τέχνη και ο πολιτισμός δεν μπορούν να παραμένουν υπόθεση μιας μειοψηφίας «μυημένων». Δεν είναι πολυτέλεια, ούτε χόμπι για λίγους. Είναι πεδίο γνώσης και απόλαυσης, φαντασίας, σύγκρουσης και κοινωνικής χειραφέτησης. Αν θέλουμε πραγματικά να σπάσει το στενό όριο του περιορισμένου κοινού, τότε χρειάζεται μια άλλη πολιτιστική λογική: ανοιχτή, μαζική, δημόσια και προσβάσιμη. Με βιβλία, κόμιξ, θέατρο και κινηματογράφο που να φτάνουν παντού -στις γειτονιές, στα σχολεία, στις βιβλιοθήκες, στους χώρους δουλειάς- και όχι μόνο σε όσους έχουν ήδη τον χρόνο, τα χρήματα και την εξοικείωση να τα αναζητήσουν. Με αξιοποίηση της τεχνολογίας και κάθε διαθέσιμου τρόπου, για την ενίσχυση της πολιτιστικής πρόσβασης και της ισότιμης συμμετοχής.

Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link