Η Αθήνα τον αποχαιρέτησε τον Νοέμβριο του 1901, όμως ο άνθρωπος που είχε ταυτίσει τη ζωή του με τον Άγιο Γεώργιο Λυκαβηττού πέθανε πραγματικά περίπου 19 μήνες αργότερα
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1901, οι κάτοικοι της Αθήνας πληροφορήθηκαν τον θάνατο του Εμμανουήλ Λουλουδάκη, μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του Λυκαβηττού. Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα και ο Τύπος της εποχής έσπευσε να αποχαιρετήσει τον άνθρωπο που είχε αφιερώσει δεκαετίες στη φροντίδα του ναού του Αγίου Γεωργίου και της κορυφής του λόφου.
Μόνο που υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα: ο Λουλουδάκης δεν είχε πεθάνει.
Ο ηλικιωμένος άνδρας είχε υποστεί βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο επηρέασε την κινητικότητα και την ομιλία του. Η σοβαρότητα της κατάστασής του φαίνεται ότι προκάλεσε τη σύγχυση και οδήγησε στην πρόωρη ανακοίνωση του θανάτου του.
Η λανθασμένη είδηση κινητοποίησε ακόμη και σημαντικές προσωπικότητες της εποχής. Ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έγραψε για τον αποχαιρετισμό του, ενώ ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αφιέρωσε εγκωμιαστικά λόγια στον παράξενο «δεσπότη» του αθηναϊκού λόφου.
Η εφημερίδα «Εστία» δημοσίευσε στην πρώτη της σελίδα σκίτσο του Λουλουδάκη, διασώζοντας τη χαρακτηριστική μορφή του. Ακόμη και η βασίλισσα Όλγα, με την οποία είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση, φέρεται να έδωσε οδηγίες ώστε να εκπροσωπηθεί στην κηδεία και ο γέροντας να ταφεί με αξιοπρέπεια στον τάφο που είχε προετοιμάσει ο ίδιος στον Λυκαβηττό.
Η υποτιθέμενη κηδεία, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς σύντομα έγινε γνωστό ότι ο άνθρωπος που ολόκληρη η Αθήνα είχε ήδη περάσει στη μνήμη της ήταν ακόμη ζωντανός.
Ο Εμμανουήλ Λουλουδάκης, γνωστός και ως μπάρμπα Μανώλης, καταγόταν από την Κρήτη και είχε γεννηθεί, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη του, περίπου το 1813. Πριν εγκατασταθεί στον Λυκαβηττό, ζούσε στην περιοχή της Χρυσοσπηλιώτισσας. Σύμφωνα με καταγραφές της εποχής, έχασε το σπίτι του έπειτα από ιδιοκτησιακή διαμάχη και αποφάσισε να αποσυρθεί στην κορυφή του λόφου.
Εκεί βρήκε τον Άγιο Γεώργιο σε κακή κατάσταση και ανέλαβε αρχικά καθήκοντα νεωκόρου. Σταδιακά αναγνωρίστηκε ως επίτροπος και εκκλησιάρχης του ναού, ενώ οι Αθηναίοι τού απέδωσαν τον ανεπίσημο τίτλο του «βουνάρχη».
Ο Λουλουδάκης ανακαίνισε τον παλαιό ναΐσκο, διαμόρφωσε τον περιβάλλοντα χώρο και συνέβαλε στην κατασκευή έργων που έκαναν ευκολότερη την πρόσβαση στην κορυφή. Παράλληλα, προσπάθησε να προστατεύσει τον λόφο από τη λατόμηση και τα φουρνέλα των πετράδων, τα οποία απειλούσαν να αλλοιώσουν σημαντικά τη φυσική του μορφή.
Καθοριστική για τη δράση του ήταν η υποστήριξη της βασίλισσας Όλγας, η οποία επισκεπτόταν συχνά τον Άγιο Γεώργιο. Με δικό της έγγραφο αναγνωρίστηκε επισήμως ως επίτροπος του ναού, παρά τις αντιδράσεις που είχαν εκφραστεί για τις παρεμβάσεις του στον λόφο.
Ο Εμμανουήλ Λουλουδάκης παρέμεινε στη ζωή για περίπου 19 μήνες μετά την πρόωρη νεκρολογία του. Ο πραγματικός του θάνατος καταγράφηκε στις 28 Μαΐου 1903, σε ηλικία περίπου 90 ετών.
Στη ληξιαρχική πράξη του Δήμου Αθηναίων αναφέρεται ως «μοναχός, επίτροπος Αγίου Γεωργίου Λυκαβηττού», ενώ ως αιτία θανάτου καταγράφεται ο «γεροντικός μαρασμός». Στο περιθώριο του εγγράφου σημειώθηκε ότι επρόκειτο να ταφεί στον Λυκαβηττό.
Πράγματι, ο Λουλουδάκης ενταφιάστηκε στον τάφο που είχε λαξεύσει ο ίδιος κοντά στον ναό. Αυτή τη φορά, ωστόσο, ο πραγματικός θάνατός του πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τις εφημερίδες. Η «Εστία» αναδημοσίευσε το παλαιότερο σκίτσο, αλλά η είδηση δεν προκάλεσε την ίδια συγκίνηση με την εσφαλμένη αναγγελία του 1901.
Η ιστορία του «νεκρού που ζούσε» αποτελεί μία από τις πιο παράξενες δημοσιογραφικές παρανοήσεις της παλιάς Αθήνας. Πίσω από αυτήν, όμως, βρίσκεται η ζωή ενός ανθρώπου που συνδέθηκε όσο λίγοι με τον Λυκαβηττό, αφήνοντας το αποτύπωμά του στον ναό και στη μορφή της κορυφής που εξακολουθεί να δεσπόζει πάνω από την πόλη.

