
Η Μάχη της Αλαμάνας αποτελεί μία από τις πρώτες σημαντικές συγκρούσεις της Ελληνικής Επανάστασης, με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση του αγωνιστικού φρονήματος των επαναστατημένων Ελλήνων.
Οι ελληνικές δυνάμεις υπό τους Γιάννη Δυοβουνιώτη, Πανουργιά και Αθανάσιο Διάκο αντιμετώπισαν στη γέφυρα της Αλαμάνας, κοντά στις Θερμοπύλες, τις υπέρτερες οθωμανικές δυνάμεις των Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ, γνωρίζοντας τελικά την ήττα.
Στις αρχές Απριλίου του 1821, η Στερεά Ελλάδα βρισκόταν σε έντονο επαναστατικό αναβρασμό. Ο Αθανάσιος Διάκος είχε ήδη καταλάβει τη Λιβαδειά, τη Θήβα και την Αταλάντη, χωρίς ωστόσο να ελέγχει το διοικητικό κέντρο της περιοχής, το Ζητούνι (σημερινή Λαμία). Την ίδια στιγμή, ο Χουρσίτ Πασάς διέταξε την καταστολή της εξέγερσης, αναθέτοντας την επιχείρηση στους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ.
Οι οθωμανικές δυνάμεις, περίπου 8.000 άνδρες, στρατοπέδευσαν στο Λιανοκλάδι στις 17 Απριλίου. Οι Έλληνες οπλαρχηγοί, αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο, αποφάσισαν σε σύσκεψη στις Καμποτάδες να υπερασπιστούν τις διαβάσεις του Σπερχειού, κατανέμοντας περίπου 1.500 άνδρες σε καίρια σημεία.
Το σχέδιο προέβλεπε την ταυτόχρονη άμυνα σε τρεις θέσεις: ο Πανουργιάς στη Χαλκωμάτα, ο Δυοβουνιώτης στη χαράδρα του Γοργοποτάμου και ο Διάκος στη γέφυρα της Αλαμάνας. Το πρωί της 23ης Απριλίου, οι Οθωμανοί επιτέθηκαν συντονισμένα. Οι δυνάμεις του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας τον κύριο όγκο των εχθρικών στρατευμάτων να στραφεί εναντίον του Διάκου.
Ο Διάκος, αρνούμενος να εγκαταλείψει τη θέση του, παρέμεινε στη γέφυρα με ελάχιστους άνδρες και πολέμησε μέχρι τέλους. Τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της μάχης και τελικά συνελήφθη αιχμάλωτος. Την επόμενη ημέρα μεταφέρθηκε στη Λαμία, όπου και εκτελέστηκε με ανασκολοπισμό.
Παρά την ήττα, η θυσία του Αθανασίου Διάκου είχε βαθύ αντίκτυπο στο ηθικό των Ελλήνων. Η καθυστέρηση των οθωμανικών δυνάμεων έδωσε πολύτιμο χρόνο στον Οδυσσέα Ανδρούτσο να οργανώσει την άμυνα στο χάνι της Γραβιάς, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συνέχεια του Αγώνα.


