Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από το σοβαρό τραύμα που είχε δεχθεί την προηγούμενη ημέρα, κατά τις επιχειρήσεις στο Φάληρο, στο πλαίσιο των μαχών γύρω από την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών.
Το τραύμα που υπέστη στις 22 Απριλίου 1827 αποδείχθηκε μοιραίο. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών και των συμπολεμιστών του, η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία και κατέληξε την επόμενη ημέρα. Οι συνθήκες του τραυματισμού του προκάλεσαν από την πρώτη στιγμή ερωτήματα και έντονες συζητήσεις, καθώς διατυπώθηκαν υποψίες ότι ο πυροβολισμός ενδέχεται να μην προήλθε από τον οθωμανικό αντίπαλο, αλλά από «φίλια» ελληνικά χέρια, γεγονός που προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση και διχασμό στο ήδη τεταμένο στρατιωτικό και πολιτικό κλίμα της εποχής.
Ο Καραϊσκάκης είχε ήδη αναδειχθεί σε κομβική στρατιωτική φυσιογνωμία του Αγώνα. Με κύριο πεδίο δράσης τη Στερεά Ελλάδα, είχε συμβάλει καθοριστικά στην αναδιοργάνωση άτακτων σωμάτων και στην ενίσχυση της ελληνικής αντίστασης απέναντι στις οθωμανικές δυνάμεις. Η στρατηγική του σκέψη, η ευελιξία του στο πεδίο της μάχης και η ικανότητά του να κινητοποιεί άτακτες δυνάμεις τον κατέστησαν έναν από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς της επανάστασης.
Η απώλειά του σε ηλικία σχετικά νεαρή για τα δεδομένα της εποχής θεωρήθηκε βαρύ πλήγμα για την ελληνική πλευρά, ιδιαίτερα σε μια κρίσιμη φάση του Αγώνα, όπου η έκβαση των επιχειρήσεων στην Αττική θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά την πορεία της επανάστασης.
Ο θάνατός του άφησε πίσω του ένα ισχυρό ιστορικό αποτύπωμα, με τον Καραϊσκάκη να καταγράφεται ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές της επαναστατικής περιόδου, συνδυάζοντας στρατιωτική αποτελεσματικότητα με έντονη, συχνά συγκρουσιακή προσωπικότητα.
