Ο κορυφαίος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας της Ισπανίας του 20ού αιώνα, δημιουργός του «Ρομανθέρο Χιτάνο», του «Θρήνου για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» και της θεατρικής τριλογίας «Ματωμένος Γάμος», «Γέρμα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898 στην Ανδαλουσία. Η ζωή και το έργο του σφραγίστηκαν από την καλλιτεχνική πρωτοπορία, την υπεράσπιση των καταπιεσμένων και την τραγική του εκτέλεση από τους φρανκιστές στις πρώτες ημέρες του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.
Στις 5 Ιουνίου 1898 γεννήθηκε στην κωμόπολη Φουέντε Βακέρος της Ανδαλουσίας ο Φεδερίκο δελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα, μία από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας και αναμφίβολα ο κορυφαίος ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας του 20ού αιώνα.
Γιος του εύπορου αγρότη Φεδερίκο Γκαρθία Ροδρίγκεθ και της δασκάλας Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική κατείχε κεντρική θέση. Ο πατέρας του έπαιζε κιθάρα και η μητέρα του πιάνο, μεταδίδοντας στον πρωτότοκο από τα τέσσερα παιδιά τους μια βαθιά αγάπη για τις τέχνες, η οποία επρόκειτο να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή του.
Σε ηλικία δέκα ετών η οικογένειά του μετακόμισε στη Γρανάδα. Εκεί φοίτησε σε σχολείο των Ιησουιτών και αργότερα, ύστερα από επιθυμία του πατέρα του, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας. Παρότι ολοκλήρωσε τις σπουδές του ύστερα από εννέα χρόνια, στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, τα πραγματικά του ενδιαφέροντα βρίσκονταν αλλού: στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική.

Το 1919 εγκαταστάθηκε στη θρυλική «Φοιτητική Κατοικία» της Μαδρίτης, ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της εποχής. Εκεί συνδέθηκε με κορυφαίες προσωπικότητες της ισπανικής τέχνης, όπως ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Λουίς Μπουνιουέλ και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ενώ γνώρισε και καταξιωμένους δημιουργούς όπως ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Μέσα σε λίγα χρόνια η ποίησή του είχε ήδη κατακτήσει τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ισπανίας.
Ο ίδιος αντιμετώπιζε την ποίηση ως ζωντανή τέχνη και όχι ως τυπωμένο κείμενο. Συχνά απήγγελλε τα έργα του δημοσίως, υποστηρίζοντας ότι «η ποίηση δημιουργείται για ν’ απαγγέλλεται» και πως «σ’ ένα βιβλίο είναι νεκρή». Με αυτή τη στάση θύμιζε περισσότερο μεσαιωνικό τροβαδούρο παρά ακαδημαϊκό λογοτέχνη.
Καθοριστική καμπή στην καλλιτεχνική του διαδρομή υπήρξε η συνεργασία του με τον σπουδαίο συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής της Γρανάδας το 1922. Μέσα από τη μελέτη της λαϊκής και τσιγγάνικης παράδοσης της Ανδαλουσίας ο Λόρκα ανακάλυψε το δημιουργικό του όραμα. Καρπός αυτής της αναζήτησης ήταν το «Ρομανθέρο Χιτάνο» («Τσιγγάνικο Ρομανθέρο»), που γράφτηκε μεταξύ 1924 και 1927 και εκδόθηκε το 1928, χαρίζοντάς του διεθνή αναγνώριση και καθιερώνοντάς τον ως ηγετική μορφή της περίφημης «Γενιάς του ’27».
Κατά τη διετία 1929-1930 έζησε στη Νέα Υόρκη ως φιλοξενούμενος του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Η επαφή του με τη βιομηχανική μητρόπολη των Ηνωμένων Πολιτειών, η αδυναμία επικοινωνίας στα αγγλικά και η εμπειρία του οικονομικού κραχ της Γουόλ Στριτ τον συγκλόνισαν. Οι εντυπώσεις του αποτυπώθηκαν στο ποιητικό έργο «Ένας ποιητής στη Νέα Υόρκη», το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1940. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ποίησης, όπου καταγράφεται η αγωνία του δημιουργού απέναντι στην απανθρωπιά ενός μηχανοποιημένου κόσμου.
Με την επιστροφή του στην Ισπανία το 1931, μέσω Κούβας, συνέχισε να γράφει ποίηση και θέατρο. Παράλληλα ασχολήθηκε με το κουκλοθέατρο, δημιουργώντας έργα όπως οι «Φασουλήδες του Κατσιπόρα» και «Η μικρή παράσταση του Δον Κριστόμπαλ».

Η ανακήρυξη της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας τον έφερε ακόμη πιο κοντά στο θέατρο και την εκπαίδευση. Υπήρξε ιδρυτής και ψυχή του πρωτοποριακού πανεπιστημιακού θιάσου «Λα Μπαράκα», ο οποίος από το 1932 έως το 1935 περιόδευε σε χωριά και εργατικές συνοικίες παρουσιάζοντας έργα των Λόπε ντε Βέγα, Καλντερόν ντε λα Μπάρκα και Μιγκέλ ντε Θερβάντες, μεταφέροντας τον κλασικό πολιτισμό σε κοινά που μέχρι τότε δεν είχαν πρόσβαση σε αυτόν.
Η θεατρική του κορύφωση ήρθε με την περίφημη τριλογία του. Το 1933 παρουσιάστηκε ο «Ματωμένος Γάμος», το 1934 η «Γέρμα» και το 1936 ολοκληρώθηκε «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», το οποίο ανέβηκε στη σκηνή μετά τον θάνατό του. Στα έργα αυτά ο Λόρκα εξερεύνησε θέματα όπως ο έρωτας, η καταπίεση, η τιμή, η κοινωνική υποκρισία, η επιθυμία και η σύγκρουση του ατόμου με τις ασφυκτικές κοινωνικές συμβάσεις.
Το 1935 έγραψε επίσης τον συγκλονιστικό «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», αφιερωμένο στον φίλο του ταυρομάχο και διανοούμενο που έχασε τη ζωή του στην αρένα. Το ποίημα θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας ελεγειακής ποίησης.
Η ζωή του διακόπηκε βίαια με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Μετά την ανταρσία του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο τον Ιούλιο του 1936, ο Λόρκα επέστρεψε στη Γρανάδα για να βρεθεί κοντά στην οικογένειά του. Στις 17 Αυγούστου συνελήφθη από φαλαγγίτες και την επόμενη ημέρα εκτελέστηκε σε ηλικία μόλις 38 ετών.
Οι ακριβείς συνθήκες της δολοφονίας του παραμένουν μέχρι σήμερα αντικείμενο έρευνας και αντιπαράθεσης. Η επικρατέστερη άποψη υποστηρίζει ότι εκτελέστηκε λόγω της σχέσης του με το δημοκρατικό και προοδευτικό στρατόπεδο της εποχής. Άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η ανοιχτά γνωστή ομοφυλοφιλία του, που προκαλούσε αντιδράσεις στους συντηρητικούς κύκλους της Ανδαλουσίας. Παρά τις πολυάριθμες έρευνες και ανασκαφές, ο τάφος του δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά μυστήρια της σύγχρονης Ισπανίας.
Το έργο του Λόρκα εξακολουθεί να ασκεί τεράστια επιρροή παγκοσμίως. Στην Ελλάδα γνώρισε ιδιαίτερη απήχηση, καθώς μεταφράστηκε από σημαντικούς ποιητές όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Γκάτσος, ενώ έργα του μελοποιήθηκαν από κορυφαίους συνθέτες, μεταξύ των οποίων ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Χρήστος Λεοντής, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Γιώργος Κουρουπός, ο Νίκος Κυπουργός, ο Νότης Μαυρουδής και ο Γιάννης Αγγελάκας.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα παραμένει σύμβολο καλλιτεχνικής ελευθερίας, δημιουργικής τόλμης και αντίστασης απέναντι στον φασισμό, την καταπίεση και τον κοινωνικό συντηρητισμό. Η ποίησή του και το θεατρικό του έργο εξακολουθούν να συγκινούν και να εμπνέουν νέες γενιές αναγνωστών, θεατών και δημιουργών σε ολόκληρο τον κόσμο.
