Στις 6 Αυγούστου 1917 γεννήθηκε στο Μπρίτζπορτ του Κονέκτικατ ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ηθοποιούς της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, γνωστός για τη νωχελική του παρουσία, τη βαθιά φωνή, το σαρκαστικό χαμόγελο και το ψυχρό βλέμμα που σημάδεψαν τους ρόλους του ως σκληρού, μοναχικού και συχνά αμφιλεγόμενου ήρωα. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (AFI) τον κατέταξε στην 23η θέση της λίστας με τις σημαντικότερες ανδρικές μορφές του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου, αναγνωρίζοντας τη μοναδική του συμβολή στην ιστορία της έβδομης τέχνης.

Γιος μιας φτωχής οικογένειας, ο Μίτσαμ έχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και από τα παιδικά του χρόνια έμαθε να επιβιώνει μόνος του. Ήταν ανήσυχος χαρακτήρας, εγκατέλειψε το σχολείο και στα 16 του έφυγε από το σπίτι αναζητώντας την τύχη του. Περιπλανήθηκε σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ, εργάστηκε σε διαφορετικές δουλειές, ακόμη και ως μποξέρ, εμπειρία που του άφησε μια σπασμένη μύτη και το χαρακτηριστικό παρουσιαστικό που αργότερα θα γινόταν μέρος της κινηματογραφικής του ταυτότητας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 εγκαταστάθηκε στην Καλιφόρνια και άρχισε να έρχεται σε επαφή με το θέατρο, αρχικά γράφοντας και συμμετέχοντας σε μικρές παραγωγές. Χωρίς επίσημη υποκριτική εκπαίδευση, αλλά με την εμπειρία της ζωής στον δρόμο, πέρασε στον κινηματογράφο το 1941 με μικρούς ρόλους, πριν καθιερωθεί λίγα χρόνια αργότερα.

Η μεγάλη του στιγμή ήρθε το 1945 με την πολεμική ταινία «Οι ήρωες του Κασίνο» («The Story of G.I. Joe») του Γουίλιαμ Γουέλμαν, για την οποία απέσπασε υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου. Η επιτυχία της ταινίας τον ανέδειξε σε πρωταγωνιστή και άνοιξε τον δρόμο για μια καριέρα που θα περιλάμβανε μερικές από τις σημαντικότερες δημιουργίες του αμερικανικού κινηματογράφου.

Το 1948 η σύλληψή του για κατοχή μαριχουάνας δημιούργησε ένα μεγάλο σκάνδαλο, όμως αντί να πλήξει την καριέρα του, ενίσχυσε την εικόνα του ως αντισυμβατικού σταρ. Η παρουσία του στη μεγάλη οθόνη ταυτίστηκε ιδιαίτερα με το φιλμ νουάρ, όπου αξιοποίησε το σκοτεινό του ύφος και την αινιγματική του προσωπικότητα. Ανάμεσα στις κορυφαίες ερμηνείες του ξεχωρίζουν ο παράφρων ιεροκήρυκας Χάρι Πάουελ στη «Νύχτα του κυνηγού» («The Night of the Hunter», 1955) του Τσαρλς Λότον και ο εκδικητικός Μαξ Κάντι στο «Ακρωτήρι του φόβου» («Cape Fear», 1962) του Τζέι Λι Τόμπσον.

Ο Μίτσαμ αποτέλεσε επίσης μία από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές εκδοχές του ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, του εμβληματικού ήρωα του Ρέιμοντ Τσάντλερ, στις ταινίες «Δέκα δολοφόνοι για τον ντετέκτιβ Μάρλοου» («Farewell, My Lovely», 1975) και «Ο ντετέκτιβ Μάρλοου ξαναχτυπά» («The Big Sleep», 1978). Παράλληλα συνεργάστηκε με σπουδαίους σκηνοθέτες όπως ο Ότο Πρέμινγκερ, ο Ντέιβιντ Λιν, ο Ελία Καζάν, ο Πίτερ Γέιτς και ο Ρόμπερτ Γουάιζ, συμμετέχοντας σε ταινίες όπως «Ποτάμι χωρίς επιστροφή» («River of No Return», 1954) με τη Μέριλιν Μονρόε, «Η κόρη του Ράιαν» («Ryan’s Daughter», 1970), «Οι φίλοι του Έντι Κόιλ» («The Friends of Eddie Coyle», 1973) και «Ο τελευταίος των μεγιστάνων» («The Last Tycoon», 1976).

Εκτός από τον κινηματογράφο, ο Μίτσαμ είχε σημαντική παρουσία και στην τηλεόραση, με χαρακτηριστικότερη τη συμμετοχή του στις μίνι σειρές «Οι άνεμοι του πολέμου» («The Winds of War», 1983) και «War and Remembrance» (1988-1989), όπου υποδύθηκε τον πλοίαρχο Βίκτορ «Πανγκ» Χένρι. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη μουσική, ηχογραφώντας άλμπουμ και τραγούδια σε ύφος κάντρι και καλυψό, αποδεικνύοντας ότι η καλλιτεχνική του δραστηριότητα δεν περιοριζόταν μόνο στην υποκριτική.

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ πέθανε την 1η Ιουλίου 1997 στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας, σε ηλικία 79 ετών, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο των πνευμόνων και το εμφύσημα. Άφησε πίσω του μια τεράστια κινηματογραφική κληρονομιά και μια εικόνα που παραμένει συνδεδεμένη με τον αντιήρωα του αμερικανικού σινεμά. Όπως είχε γράψει ο κριτικός Ρότζερ Ίμπερτ, ο Μίτσαμ υπήρξε «η ψυχή του φιλμ νουάρ», ένας ηθοποιός που δεν χρειαζόταν υπερβολές για να γεμίσει την οθόνη — αρκούσε η παρουσία του.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link