
Η Αθήνα φιλοξένησε τους Β’ Διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες, αναβιώνοντας το ολυμπιακό πνεύμα και συγκεντρώνοντας αθλητές από 19 χώρες για 11 ημέρες έντονης δράσης
Σαν σήμερα, στις 9 Απριλίου 1906, η Αθήνα φιλοξένησε μια βραχύβια αθλητική διοργάνωση διεθνούς εμβέλειας, επιπέδου Ολυμπιακών Αγώνων, γνωστή ως Β’ Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες ή Μεσολυμπιάδα. Η διοργάνωση αυτή αποτέλεσε συμβιβαστική λύση ανάμεσα στην Ελλάδα, που επιθυμούσε τη μόνιμη τέλεση των Αγώνων στην πρωτεύουσά της, και στη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή υπό τον βαρόνο Πιέρ ντε Κουμπερτέν, που προέκρινε τη διεθνοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων. Η αρχική ιδέα προέβλεπε τη διεξαγωγή κάθε δύο χρόνια μιας Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα, ενώ οι επίσημοι Ολυμπιακοί Αγώνες θα διεξάγονταν ανά τέσσερα χρόνια σε διαφορετικές χώρες. Ωστόσο, λόγω του υψηλού κόστους και των διεθνών εξελίξεων, πραγματοποιήθηκε μόνο μία Μεσολυμπιάδα, από τις 9 έως τις 19 Απριλίου 1906.
Η ελληνική πρωτεύουσα κατάφερε να ανακτήσει το χαμένο ολυμπιακό πνεύμα που είχε υπονομευθεί στους προηγούμενους Αγώνες του Παρισιού (1900) και του Αγίου Λουδοβίκου (1904), οι οποίοι είχαν χαρακτηριστεί από υπερβολική εμπορευματοποίηση και μεγάλη διάρκεια. Τη διοργάνωση ανέλαβε η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο και δεκαμελή επιτροπή από επιφανείς Αθηναίους, πολλοί εκ των οποίων είχαν συμμετάσχει στους Αγώνες του 1896. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ετοιμάστηκαν και διανεμήθηκαν οι κανονισμοί στις ευρωπαϊκές αποστολές, εκδόθηκε τουριστικός οδηγός και χρησιμοποιήθηκαν τόσο ξενοδοχεία όσο και ιδιωτικά σπίτια για τη διαμονή των αθλητών, με το Ζάππειο να λειτουργεί ως ολυμπιακό χωριό.
Η διοργάνωση διαρκούσε έντεκα ημέρες, σε αντίθεση με τους προηγούμενους μακρόχρονους Αγώνες, και διεξήχθη σε ανακαινισμένες εγκαταστάσεις όπως το Παναθηναϊκό Στάδιο, το Σκοπευτήριο της Καλλιθέας και το Ποδηλατοδρόμιο του Νέου Φαλήρου, ενώ οι αγώνες τένις πραγματοποιήθηκαν στον Όμιλο Αντισφαίρισης. Η Αθήνα και ο Πειραιάς διακοσμήθηκαν με σημαίες, λουλούδια, πολύχρωμους λαμπτήρες και επιγραφές σε πολλές γλώσσες, δημιουργώντας την αίσθηση μιας μικρής «υφηλίου». Περίπου 20.000 ξένοι φίλαθλοι παρακολούθησαν τους αγώνες, οι οποίοι ξεκίνησαν με τελετή έναρξης στο Παναθηναϊκό Στάδιο, παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α’ και χιλιάδων Αθηναίων.
Στους αγώνες συμμετείχαν 19 χώρες και μια μικτή ομάδα από Έλληνες και Βέλγους, με 883 αθλητές και 20 αθλήτριες να διαγωνίζονται σε δώδεκα αθλήματα, όπως στίβος, ποδηλασία, κολύμβηση, ξιφασκία, ποδόσφαιρο, γυμναστική, κωπηλασία, σκοποβολή, τένις, διελκυστίνδα, άρση βαρών και πάλη. Κορυφαίος αθλητής αναδείχθηκε ο Ελβετός σκοπευτής Λουί Ρισαρντέ με έξι μετάλλια. Από ελληνικής πλευράς ξεχώρισε ο ρίπτης Νικόλαος Γεωργαντάς, ενώ η παράσταση κλέφθηκε από τον αρσιβαρίστα Δημήτρη Τόφαλο, ο οποίος κατέκτησε τον τίτλο στην άρση βαρών με τα δύο χέρια. Στον μαραθώνιο νικητής αναδείχθηκε ο Καναδός Γουίλιαμ Σέρινγκ.
Η Μεσολυμπιάδα ολοκληρώθηκε στις 19 Απριλίου με τελετή λήξης και απονομή μεταλλίων παρουσία 6.000 μαθητών. Στον πίνακα των μεταλλίων πρώτευσε η Γαλλία με 40, ακολούθησε η Ελλάδα με 33 και τρίτη θέση κατέλαβαν ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία με 24. Η άψογη διεξαγωγή των Αγώνων και τα θετικά σχόλια των ξένων οδήγησαν σε προσπάθειες αναγνώρισης των νικητών ως ολυμπιονικών, αλλά η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή απέρριψε το αίτημα το 1949.
Τα ελληνικά μετάλλια περιελάμβαναν χρυσά για Νικόλαο Γεωργαντά (λιθοβολία), Δημήτρη Τόφαλο (άρση βαρών με τα δύο χέρια), Ιωάννη Γεωργιάδη (σπάθη), Γεώργιο Αλιπράντη (αναρρίχηση επί κάλω), την ομάδα Πόρου (ναυτική κωπηλασία), Κωνσταντίνο Σκαρλάτο (πιστόλι 30 μ.), Γεώργιο Ορφανίδη (ελεύθερο πιστόλι) και Εσμέ Σημηριώτη (τένις γυναικών). Αργυρά μετάλλια κατέκτησαν μεταξύ άλλων ο Νικόλαος Γεωργαντάς, ο Ιωάννης Ραΐσης και ομάδες Σπετσών, Ύδρας και της Εθνικής Διελκυστίνδας, ενώ χάλκινα πήραν, μεταξύ άλλων, ο Κωνσταντίνος Σπετσιώτης, ο Θεμιστοκλής Διακίδης, ο Μιχαήλ Δόριζας και η ομάδα ποδοσφαίρου της Θεσσαλονίκης Μιούζικ Κλαμπ. Η διοργάνωση έμεινε στην ιστορία ως η μοναδική Μεσολυμπιάδα, αναδεικνύοντας την Αθήνα σε κέντρο της παγκόσμιας αθλητικής κοινότητας εκείνης της εποχής.


