Διαθέσιμο στο Disney+

Ένα αξεπέραστο κλασικό έργο δράσης και επιστημονικής φαντασίας που επαναπροσδιορίζει το παιχνίδι κυνηγού και θηράματος

Το Predator (το πρώτο και καλύτερο) του σκηνοθέτη Τζον ΜακΤίρναν με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν είναι απλώς μια μεγάλη ταινία δράσης της δεκαετίας του ’80. Είναι ένα κινηματογραφικό ορόσημο. Ένα εκρηκτικό κράμα επιστημονικής φαντασίας, τρόμου, πολεμικής περιπέτειας και καθαρόαιμης περιπέτειας επιβίωσης που, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, παραμένει αξεπέραστο.

Ο ΜακΤίρναν βρίσκεται στην πιο δημιουργική περίοδό του και παραδίδει ένα φιλμ με νεύρο και ρυθμό, αναπτύσσοντας υποδειγματική σκηνοθετική οικονομία και μια αποπνικτική ατμόσφαιρα που απορροφά πλήρως τον θεατή μέσα στην πυκνή, αφιλόξενη ζούγκλα ενός κρατιδίου της Κεντρικής Αμερικής: του Βαλ Βέρντε, της φανταστικής χώρας που έχει εμφανιστεί και σε άλλες ταινίες δράσης της εποχής, με πρώτη το Commando (1985), επίσης με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η σκηνοθετική του ματιά μετατρέπει το φυσικό τοπίο σε εφιάλτη, με αποτέλεσμα η ζούγκλα να μη λειτουργεί απλώς ως το φόντο μιας τυπικής ταινίας δράσης, αλλά να μετατρέπεται σε έναν ζωντανό οργανισμό και σε ένα αχανές πεδίο θανάτου, όπου ο άνθρωπος χάνει σταδιακά κάθε αίσθηση ελέγχου, ακόμα κι αν πρόκειται για μια ομάδα αντρών που έχει εμπλακεί στις σκληρότερες πολεμικές επιχειρήσεις και έχει επιβιώσει στα πιο ακραία περιβάλλοντα.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, μόλις έντεκα χρόνια μετά από την ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ, η ταινία αντιμετωπίστηκε από πολλούς και ως μια έμμεση αλληγορία πάνω σε εκείνη την τραυματική εμπειρία. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι το Predator λειτουργεί ως μια ιδιότυπη «θεραπευτική φαντασίωση» για το Βιετνάμ: οι Αμερικανοί καταφέρνουν τελικά να νικήσουν τον «αόρατο εχθρό της ζούγκλας», αλλά μόνο όταν εγκαταλείπουν την τεχνολογία, την υπεροπλία και την αλαζονεία τους. Ωστόσο, στην ταινία οι ίδιοι οι στρατιώτες δεν παρουσιάζονται ως αλαζόνες: είναι έμπειροι και σκληροί μαχητές που πολεμούν όπως ακριβώς έχουν εκπαιδευτεί. Αν υπάρχει κάπου ένδειξη υπεροψίας, αυτή εκφράζεται κυρίως στο πρόσωπο του «γραφειοκράτη» πράκτορα και της στρατιωτικής ηγεσίας, δηλαδή εκείνων που δίνουν τις εντολές και αναθέτουν τις πολεμικές αποστολές, αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους τους περισσότερο ως αναλώσιμα εργαλεία παρά ως πρόσωπα. Η ταινία λειτουργεί περισσότερο ως αποδόμηση του σκληρού στρατιωτικού στιλ, δείχνοντας με ωμό τρόπο την πραγματική φύση του πολέμου: τον σταδιακό φόβο που διαλύει ακόμα και τους πιο δυνατούς άντρες, καθώς το αρχικό κουράγιο και το τραχύ, ανδροπρεπές χιούμορ μετατρέπονται σιγά-σιγά σε πανικό και απόγνωση μπροστά σε έναν εχθρό που δεν μπορούν να ελέγξουν.

Το Predator είναι η υπέρτατη macho περιπέτεια δράσης αλλά παράλληλα μια ταινία που καταρρίπτει ένα ένα τα στερεότυπα του είδους. Χωρίς να είναι παρωδία αλλά και με σεβασμό σε όλους τους χαρακτήρες. Ακόμα κι ο πρωταγωνιστής τη βγάζει στο τσακ, στην κυριολεξία. Το βλέμμα του Σβαρτσενέγκερ στο τέλος είναι, πραγματικά, όλα τα λεφτά. Τέλος, ο εξωγήινος κυνηγός αποτελεί μια από τις κορυφαίες φιγούρες “κακών” στο σινεμά δράσης. Κι από τις πιο επικίνδυνες.

Και πράγματι, ο εξωγήινος Κυνηγός περνά δικαιωματικά στο πάνθεον των μεγάλων κινηματογραφικών τεράτων. Το εμβληματικό πλάσμα που σχεδίασε ο Σταν Γουίνστον και ενσάρκωσε ο γιγαντόσωμος Κέβιν Πίτερ Χολ είναι μια αληθινή μηχανή θανάτου: αόρατο καμουφλάζ, θερμική όραση, εξωγήινη τεχνολογία και μια σχεδόν τελετουργική αντίληψη του κυνηγιού. Δεν πρόκειται για έναν απλό «κακό», αλλά για έναν αντίπαλο που αποπνέει δέος και τρόμο. Η αποκάλυψη του προσώπου του στις τελευταίες σκηνές παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές του κινηματογραφικού τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας. Παράλληλα, το σενάριο των αδελφών Τζιμ και Τζον Τόμας είναι φαινομενικά απλό αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό: μια ομάδα επίλεκτων κομάντο εισέρχεται στη ζούγκλα για μια αποστολή διάσωσης και μετατρέπεται σταδιακά από κυνηγός σε θήραμα. Όμως αυτή η απλότητα είναι και η δύναμη της ταινίας καθώς ξεκινά σαν μια καθαρόαιμη στρατιωτική περιπέτεια της δεκαετίας του ’80, γεμάτη υπερβολική τεστοστερόνη, βαριά όπλα και ατάκες, μόνο και μόνο για να αποδομήσει σταδιακά το ίδιο του το ύφος. Οι «ανίκητοι» ήρωες καταρρέουν ένας ένας απέναντι σε κάτι που δεν μπορούν να κατανοήσουν.

Ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ δίνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του: ο Ντατς δεν είναι απλώς ένας ασταμάτητος πολεμιστής όπως σε άλλες ταινίες δράσης της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος που σταδιακά χάνει την υπεροχή του και αναγκάζεται να επιστρέψει στα πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης. Η τελική αναμέτρηση, μέσα στη λάσπη, ανάμεσα σε χειροποίητες παγίδες και σε μια σχεδόν πρωτόγονη βία, μοιάζει περισσότερο με μονομαχία δύο κυνηγών παρά με την κλασική σύγκρουση μιας συμβατικής κινηματογραφικής περιπέτειας δράσης. Ακόμα, τεράστιο ρόλο στην επιτυχία της ταινίας παίζει και η υποβλητική, καθηλωτική και συνάμα επιβλητική μουσική του Άλαν Σιλβέστρι, η οποία ενισχύει ιδανικά την ένταση και την αίσθηση επικείμενου κινδύνου, ενώ ταυτόχρονα στέκει και ως αυτόνομο έργο τέχνης. Παράλληλα, τα πρακτικά εφέ παραμένουν εντυπωσιακά ακόμα και σήμερα, αποδεικνύοντας πόσο μπροστά βρισκόταν τεχνικά το φιλμ για την εποχή του.

Με λίγα λόγια, η δύναμη του Predator βρίσκεται και στο γεγονός ότι λειτουργεί ταυτόχρονα ως μεγάλη εμπορική περιπέτεια και ως σκοτεινή εφιαλτική φαντασία. Είναι ψυχαγωγικός κινηματογράφος υψηλότατου επιπέδου: ένα ευχάριστα βίαιο αλλά όχι κούφιο, θεαματικό αλλά όχι ανόητο αλλά ποτέ γελοίο θέαμα. Οι συνέχειες που ακολούθησαν, με εξαίρεση το Predator 2 με τον «I’m too old for this shit» Ντάνι Γκλόβερ και το νεότερο Prey (2022), δεν φτάνουν ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του αρχικού Predator. Και ίσως αυτό συμβαίνει επειδή το πρώτο Predator δεν βασίζεται μόνο στη δράση. Βασίζεται στην ατμόσφαιρα, στον φόβο του αόρατου, στην κλειστοφοβία της ζούγκλας, στην αίσθηση ότι ακόμα και οι πιο σκληροί άνθρωποι μπορούν να γίνουν θηράματα. Γι’ αυτό και παραμένει διαχρονικό.

Το Predator δεν είναι απλώς μια κλασική ταινία δράσης. Αποτελεί μία από τις κορυφαίες δημιουργίες δράσης και επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών. Ένα αδυσώπητο, σκοτεινό και ακαταμάχητα κινηματογραφικό υπερθέαμα που δεν χάνει το χρώμα και τον χαρακτήρα του, δείχνοντας ακόμη και σήμερα, στο σύγχρονο αποστειρωμένο Χόλιγουντ, πως μπορεί να φτιαχτεί μια ταινία με δράση, αγωνία και βάθος χωρίς να θυσιάζει τις ιδέες και το κέφι του δημιουργού της. Αναζητήστε την.

(Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece)

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link