Στο Μπιούργκενστοκ της Ελβετίας θα πραγματοποιηθεί η τελετή υπογραφής της συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει πως θα δώσει στη δημοσιότητα το πλήρες κείμενο και θα το αποστείλει στο Κογκρέσο
Στην Ελβετία και συγκεκριμένα στο ορεινό θέρετρο Μπιούργκενστοκ, με θέα στη λίμνη της Λουκέρνης, αναμένεται να πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 19 Ιουνίου η επίσημη τελετή υπογραφής του πρωτοκόλλου της συμφωνίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Σύμφωνα με το ελβετικό υπουργείο Εξωτερικών, η συγκεκριμένη τοποθεσία επιλέχθηκε λόγω της αυξημένης ασφάλειας που προσφέρει, ενώ η πρόταση προήλθε από τους Πακιστανούς και Καταριανούς διαμεσολαβητές σε συνεννόηση με τις δύο πλευρές.
Η συμφωνία αποτελεί το επόμενο βήμα μετά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν τη σύγκρουση μεταξύ των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, με την Ουάσιγκτον να επιμένει ότι στόχος της διαδικασίας είναι η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη. Στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της G7, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε σειρά δηλώσεων για το Ιράν και τις εξελίξεις στην περιοχή. Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε ως στόχο την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, αν και παραδέχθηκε πως θεωρεί ότι μια τέτοια εξέλιξη έχει ήδη δρομολογηθεί. «Ποτέ δεν νοιάστηκα για αλλαγή καθεστώτος, αλλά υποθέτω ότι υπάρχει αλλαγή καθεστώτος», ανέφερε χαρακτηριστικά μετά τη συνάντησή του με τον εμίρη του Κατάρ, Ταμίμ μπιν Χάμαντ αλ Θάνι.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με προηγούμενες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος κατά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν είχε καλέσει ανοιχτά τους Ιρανούς πολίτες να ανακτήσουν τον έλεγχο της χώρας τους. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση είχε επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι στοχευμένες επιθέσεις εναντίον υψηλόβαθμων στελεχών της ιρανικής ηγεσίας είχαν επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στους συσχετισμούς εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας.
Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι πολλά από τα ηγετικά στελέχη που ανήκαν στην «πρώτη» και «δεύτερη» βαθμίδα της ιρανικής ηγεσίας έχουν πλέον απομακρυνθεί από το προσκήνιο, ενώ τόνισε πως οι συνομιλητές με τους οποίους διαπραγματεύονται σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιο πραγματιστές και πρόθυμοι να συμβάλουν στην ομαλοποίηση της κατάστασης. Παράλληλα, σημείωσε ότι η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών τον έχει καταστήσει επιφυλακτικό απέναντι στις πολιτικές ανατροπής κυβερνήσεων. «Βλέπω αλλαγές καθεστώτων εδώ και χρόνια. Δεν λειτούργησαν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απόφασή του να αποστείλει τη συμφωνία στο αμερικανικό Κογκρέσο. Αν και αρχικά δεν είχε εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι τελικά θα το πράξει, ανταποκρινόμενος στις πιέσεις Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών που ζητούν πλήρη ενημέρωση για το περιεχόμενο της συμφωνίας. «Δεν το είχα σκεφτεί να τη στείλω στο Κογκρέσο, αλλά θα το κάνω. Μου αρέσει αυτή η ιδέα», δήλωσε στους δημοσιογράφους.
Ο ίδιος διαβεβαίωσε επίσης ότι το πλήρες κείμενο θα δοθεί στη δημοσιότητα μετά την επίσημη υπογραφή του. Όπως είπε, προτίθεται να παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου κατά την οποία θα παρουσιάσει αναλυτικά κάθε σημείο της συμφωνίας. «Όχι μόνο θα τη δημοσιοποιήσω, αλλά θα τη διαβάσω μέχρι κεραίας ώστε να είμαι βέβαιος ότι ο Τύπος θα την καλύψει σωστά», τόνισε.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, το μνημόνιο κατανόησης που έχει ήδη εγκριθεί ηλεκτρονικά από τις δύο πλευρές προβλέπει ρητά ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, κάτι που χαρακτήρισε ως τον βασικό πυλώνα της συμφωνίας. Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα των αμερικανοϊρανικών σχέσεων, ο Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία των διαπραγματεύσεων και την αποκατάσταση των διμερών επαφών. «Το Ιράν το θέλει. Θέλουν να επιστρέψουν στη δουλειά και η σχέση τώρα έχει ομαλοποιηθεί. Νομίζω ότι τα πράγματα θα κινηθούν γρήγορα», δήλωσε μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι οι εξελίξεις στη διπλωματία δεν είναι πάντα προβλέψιμες, ωστόσο εκτίμησε ότι οι επόμενες φάσεις της διαδικασίας θα προχωρήσουν με ταχείς ρυθμούς, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
