#image_title

Όταν η μοναδική κτηνοτροφική μονάδα της νήσου Κάμπελ εγκαταλείφθηκε το 1931, χιλιάδες πρόβατα έμειναν χωρίς ανθρώπινη φροντίδα. Ο πληθυσμός τους ανέπτυξε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο εύθραυστο οικοσύστημα του νησιού.

Το 1931, περίπου 4.000 πρόβατα και ένας μικρός αριθμός βοοειδών εγκαταλείφθηκαν στη νήσο Κάμπελ, ένα απομονωμένο υποανταρκτικό νησί που ανήκει στη Νέα Ζηλανδία.

Η κτηνοτροφική δραστηριότητα είχε καταστεί οικονομικά ασύμφορη εξαιτίας της απομόνωσης, των ακανόνιστων θαλάσσιων μεταφορών και της μεγάλης πτώσης στις τιμές του κρέατος και του μαλλιού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης της φάρμας, Τζον Ουόρεν, αποχώρησε από το νησί χωρίς να μπορέσει να μεταφέρει τα ζώα.

Τα πρόβατα έμειναν πίσω και, χωρίς κούρεμα, προστασία ή συμπληρωματική τροφή, μετατράπηκαν σταδιακά σε έναν άγριο πληθυσμό. Η ιστορία τους εξελίχθηκε σε ένα σπάνιο φυσικό πείραμα προσαρμογής, αλλά και σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών που μπορεί να έχει η εισαγωγή ξένων ειδών σε ένα απομονωμένο οικοσύστημα.

Μια φάρμα στην άκρη του Νότιου Ωκεανού

Η νήσος Κάμπελ βρίσκεται περισσότερα από 600 χιλιόμετρα νότια της Νέας Ζηλανδίας. Το κλίμα της είναι ψυχρό, εξαιρετικά υγρό και ανεμώδες, με βροχή κατά μέσο όρο 325 ημέρες τον χρόνο.

Η οργανωμένη κτηνοτροφία ξεκίνησε το 1895, όταν μεταφέρθηκαν στο νησί περίπου 400 πρόβατα. Ο πληθυσμός ξεπέρασε τα 8.000 ζώα στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά η υπερβόσκηση, η εξάντληση της διαθέσιμης τροφής και οι δυσκολίες μεταφοράς οδήγησαν σταδιακά στην παρακμή της φάρμας.

Το 1927 μεταφέρθηκαν ακόμη 5.000 πρόβατα, σε μια τελευταία προσπάθεια να καταστεί η επιχείρηση βιώσιμη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, η φάρμα εγκαταλείφθηκε οριστικά και ένας μεγάλος αριθμός ζώων έμεινε ελεύθερος στο νησί. Το υπουργείο Προστασίας της Φύσης της Νέας Ζηλανδίας καταγράφει αναλυτικά την ιστορία της αποτυχημένης κτηνοτροφικής εγκατάστασης.

Από τις 4.000 στις 1.000 και ξανά στις 3.000

Τα πρώτα χρόνια χωρίς ανθρώπινη φροντίδα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Από τα περίπου 4.000 πρόβατα που υπήρχαν το 1931, το κοπάδι περιορίστηκε σε περίπου 1.000 ζώα έως το 1961.

Στη συνέχεια, όμως, ο πληθυσμός άρχισε να ανακάμπτει και έφτασε περίπου τα 3.000 πρόβατα το 1969.

Η ανάκαμψη δεν οφειλόταν αποκλειστικά στη φυσική επιλογή. Σύμφωνα με επιστημονική μελέτη, συνέβαλαν επίσης η σταδιακή βελτίωση των κλιματικών συνθηκών, η μείωση της πίεσης στη βλάστηση και η διακοπή των πυρκαγιών που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για τη διαχείριση των βοσκοτόπων.

Παράλληλα, τα πρόβατα εμφάνισαν χαρακτηριστικά που τα βοηθούσαν να επιβιώνουν χωρίς κτηνοτρόφους. Ορισμένα μπορούσαν να αποβάλλουν σταδιακά μέρος του μαλλιού τους, ενώ τα θηλυκά άρχισαν να αναπαράγονται από την ηλικία του ενός έτους. Ο αριθμός των αρνιών ανά 100 θηλυκά αυξήθηκε αισθητά σε σχέση με την περίοδο της οργανωμένης εκτροφής. Τα στοιχεία δημοσιεύθηκαν το 1986 στο «New Zealand Journal of Ecology».

Δεν επρόκειτο για μια ξαφνική «μεταμόρφωση» ολόκληρου του κοπαδιού. Τα ζώα που διέθεταν ευνοϊκότερα χαρακτηριστικά είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης και αναπαραγωγής, με αποτέλεσμα αυτά τα γνωρίσματα να γίνονται συχνότερα στις επόμενες γενιές.

Η προσαρμογή τους απείλησε τη χλωρίδα

Η επιτυχία του άγριου πληθυσμού δημιούργησε ένα διαφορετικό πρόβλημα. Τα πρόβατα κατανάλωναν τη σπάνια τοπική βλάστηση, προκαλούσαν διάβρωση του εδάφους και περιόριζαν τα φυτά που αποτελούσαν μέρος του μοναδικού υποανταρκτικού οικοσυστήματος.

Η νήσος Κάμπελ είχε ανακηρυχθεί φυσικό καταφύγιο το 1954 και η παρουσία χιλιάδων εισαγόμενων ζώων θεωρήθηκε ασύμβατη με την προστασία της.

Το 1970 κατασκευάστηκε η πρώτη μεγάλη περίφραξη, η οποία χώρισε το νησί σε δύο τμήματα. Τα πρόβατα στη βόρεια πλευρά θανατώθηκαν, ενώ ο πληθυσμός στη νότια περιοχή παρέμεινε προσωρινά, ώστε οι επιστήμονες να συγκρίνουν την εξέλιξη της βλάστησης στις δύο ζώνες.

Ακολούθησε δεύτερη περίφραξη το 1984 και νέες επιχειρήσεις απομάκρυνσης. Τα τελευταία άγρια πρόβατα εξαλείφθηκαν έως το 1991. Συνολικά, περίπου 7.000 ζώα θανατώθηκαν κατά τις διαφορετικές φάσεις του προγράμματος.

Η απομάκρυνσή τους οδήγησε σε σημαντική ανάκαμψη της βλάστησης. Σπάνια υποανταρκτικά φυτά και αγρωστώδη αύξησαν ξανά την έκταση και το μέγεθός τους, σύμφωνα με νεότερη επιστημονική αξιολόγηση της οικολογικής αποκατάστασης.

Τα δέκα πρόβατα που διατήρησαν τη γενετική κληρονομιά

Πριν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα εξάλειψης, οι επιστήμονες θέλησαν να διασώσουν τη γενετική γραμμή των ζώων.

Το 1975 εξετάστηκαν 120 πρόβατα και πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις αίματος, μαλλιού και υγείας. Από αυτά επιλέχθηκαν δέκα —έξι θηλυκά και τέσσερα αρσενικά— τα οποία μεταφέρθηκαν το 1976 στην ηπειρωτική Νέα Ζηλανδία για μελέτη και ελεγχόμενη αναπαραγωγή.

Οι ερευνητές ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τη δυνατότητα φυσικής αποβολής του μαλλιού, την αντοχή στις ακραίες καιρικές συνθήκες και την πιθανή αντίσταση σε προβλήματα όπως η σήψη των ποδιών. Οι απόγονοι των δέκα ζώων διατηρήθηκαν ως κλειστό κοπάδι και αργότερα πέρασαν σε ιδιωτική εκτροφή. Η αποστολή διάσωσης έχει καταγραφεί από την Εταιρεία Διατήρησης Σπάνιων Φυλών της Νέας Ζηλανδίας.

Έτσι, η υπόθεση ολοκληρώθηκε με μια διπλή διάσωση: το νησί απαλλάχθηκε από έναν πληθυσμό που κατέστρεφε το οικοσύστημά του, ενώ ένα μικρό μέρος του κοπαδιού διατηρήθηκε ως ζωντανό δείγμα των χαρακτηριστικών που αναπτύχθηκαν έπειτα από δεκαετίες απομόνωσης.

About The Author

author avatar
Σταυρούλα Ποντικάκη

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link