Διαθέσιμη στο Disney+
Υπόθεση: Πρόκειται για μια σύγχρονη τηλεοπτική μεταφορά που εκτυλίσσεται μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, η οποία ξεκινά όταν η αστρονόμος Κατρίν Ντυράν (Λέα Ντρουκέρ) εντοπίζει ένα εξωγήινο σήμα, λίγο πριν μια αιφνίδια επίθεση αφανίσει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Μέσα στο χάος της επόμενης μέρας, η ιστορία παρακολουθεί τις παράλληλες προσπάθειες επιβίωσης μιας μικρής ομάδας ανθρώπων, στους οποίους περιλαμβάνονται ο νευροεπιστήμονας Μπιλ Γουόρντ (Γκάμπριελ Μπερν) με την πρώην σύζυγό του Έλεν (Ελίζαμπεθ ΜακΓκόβερν), ο Γάλλος συνταγματάρχης Μουστάφα Μοκρανί (Αντέλ Μπενσερίφ), καθώς και η νεαρή Έμιλι (Ντέιζι Έντγκαρ-Τζόουνς), μια τυφλή κοπέλα που ανακαλύπτει ότι συνδέεται με έναν ανεξήγητο τρόπο με τους εισβολείς.
Με την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου του «War of the Worlds», μιας σειράς που θα αναπτύξει την ιστορία της σε συνολικά τρεις κύκλους, αξίζει να επιστρέψουμε σε αυτή την πιο σκοτεινή και λιγότερο συμβατική εκδοχή του κλασικού μυθιστορήματος του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, όχι τόσο για να ξαναπούμε την ιστορία μιας εξωγήινης εισβολής, που έχει άλλωστε μεταφερθεί αμέτρητες φορές στην μικρή και την μεγάλη οθόνη, όσο για να σταθούμε σε αυτό που η συγκεκριμένη σειρά επιχειρεί να κάνει με το υλικό της.
Πρόκειται για μια παραγωγή της FOX και του Canal+, η οποία μεταφέρει τη γνωστή ιστορία του 1898 στη σύγχρονη Ευρώπη και επιλέγει έναν δρόμο αρκετά διαφορετικό από εκείνον μιας τυπικής περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας, καθώς εδώ οι εξωγήινοι δεν αποτελούν απλώς έναν ακόμη εντυπωσιακό εχθρό και οι σκηνές καταστροφής δεν λειτουργούν μόνο ως μια εύκολη αφορμή για κυνηγητά, μάχες και σκηνές θεάματος, όπου άλλωστε παρέχονται με φειδώ στους θεατές. Αντίθετα, και εδώ βρίσκεται όλη η ουσία του συγκεκριμένου εγχειρήματος, η εισβολή γίνεται ένας μηχανισμός που διαλύει την εύθραυστη καθημερινότητα και επιτρέπει στη σειρά να κοιτάξει από κοντά και σε βάθος μια κοινωνία που έχει μάθει να αντιμετωπίζει την ασφάλεια, την τεχνολογία, τις υποδομές και τους θεσμούς της ως μια κατάσταση που δεν μπορεί να αλλάξει, μέχρι τη στιγμή που όλα αυτά αποδεικνύονται πολύ πιο εύθραυστα απ’ όσο πίστευε και, κυρίως, από όσα την είχαν διδάξει.

Αποτελεί χαρακτηριστικό σημείο ότι η σειρά δεν βιάζεται. Ο ρυθμός της είναι αργός, σε στιγμές σχεδόν βασανιστικά αργός, σαν να μοιάζει ότι η ιστορία έχει σταματήσει, την ίδια ώρα όμως η αγωνία δεν σταματά να συσσωρεύεται, επειδή ο θεατής γνωρίζει πως κάτι βρίσκεται εκεί έξω και περιμένει απλώς την επόμενη στιγμή. Αυτή η καθυστέρηση δεν είναι απαραίτητα κάποιο είδος αδυναμίας ή σκηνοθετικής αστοχίας, αλλά οργανικό μέρος της σκηνοθετικής και αφηγηματικής επιλογής της σειράς, που προτιμά να αφήσει τον φόβο να δουλέψει μέσα στη σιωπή, στην αναμονή και στην αβεβαιότητα, αντί να τον εξαντλήσει μέσα από αλλεπάλληλες σκηνές δράσης. Η ατμόσφαιρα είναι κλειστοφοβική, σχεδόν αποπνικτική, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος να έχει πάψει να υπάρχει και να έχουν απομείνει μόνο οι άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, ενώ ο τρόμος έρχεται σταδιακά, σε μικρές δόσεις, καθώς οι άνθρωποι χάνονται ένας ένας από τις μηχανές που έχουν εξαπολύσει οι εισβολείς.
Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή την αίσθηση παίζουν οι ίδιοι οι ήχοι των μηχανών, αυτό το μεταλλικό, επίμονο κλικ και κλακ, ο μηχανικός ήχος που επανέρχεται σαν μια παράξενη υπογραφή του εχθρού και που σε αρκετές στιγμές είναι περισσότερο ανατριχιαστικός από μια εικόνα καταστροφής. Η σειρά καταλαβαίνει ότι δεν χρειάζεται να δείχνει συνεχώς τον κίνδυνο για να τον κάνει αισθητό καθώς αρκεί μερικές φορές να τον ακούσεις, να ξέρεις ότι πλησιάζει και να μην μπορείς να δεις από πού. Με αυτή την έννοια, η απειλή αποκτά μια σχεδόν απρόσωπη μηχανική μορφή, κάτι που δεν θυμίζει τόσο έναν παραδοσιακό κινηματογραφικό «κακό» όσο μια δύναμη που κινείται χωρίς συναίσθημα, χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς να ενδιαφέρεται για τις ζωές που βρίσκονται μπροστά της.
Η εισβολή έρχεται χωρίς κάποια προειδοποίηση που θα επέτρεπε στους ανθρώπους να προετοιμαστούν, χωρίς μια σαφή εξήγηση για το ποιος είναι ο εχθρός και τι ακριβώς θέλει, και κυρίως χωρίς να υπάρχει κάποιος εύκολος τρόπος επιστροφής στην προηγούμενη ζωή. Η σειρά καθυστερεί σκόπιμα να αποκαλύψει ποιοι είναι πραγματικά οι εισβολείς και τι ακριβώς συμβαίνει, και αυτή η καθυστέρηση είναι από τα στοιχεία που λειτουργούν αποτελεσματικότερα, επειδή μετατρέπει την άγνοια σε μέρος του τρόμου. Δεν φοβάσαι μόνο αυτό που βλέπεις· φοβάσαι περισσότερο αυτό που δεν γνωρίζεις. Υπάρχουν από νωρίς θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την πλοκή, ερωτήματα που η σειρά δεν βιάζεται να απαντήσει, και παρότι αυτό μπορεί να δοκιμάσει την υπομονή του θεατή, ταυτόχρονα δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι ακόμη πίσω από όσα βλέπουμε και κρατά το ενδιαφέρον ζωντανό.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η σειρά αποκτά την πιο ενδιαφέρουσα κριτική της διάσταση. Δεν μας λέει απλώς ότι η ανθρωπότητα είναι μικρή μπροστά σε μια ανώτερη εξωγήινη δύναμη. Αντίθετα, μας αναγκάζει να σκεφτούμε πόσο διαφορετικά βιώνει την ίδια καταστροφή κάθε άνθρωπος, ανάλογα με τη θέση που κατέχει μέσα στην κοινωνία. Γιατί όταν λειτουργούν κανονικά οι θεσμοί, οι κοινωνικές ανισότητες μπορούν να παραμένουν σχετικά αόρατες πίσω από την οργάνωση της καθημερινής ζωής· όταν όμως οι υποδομές καταρρέουν, όταν η πρόσβαση στην πληροφορία, στην περίθαλψη, στην προστασία και στους πόρους γίνεται ζήτημα επιβίωσης, τότε οι διαφορές αυτές παύουν να είναι θεωρητικές. Η καταστροφή δεν δημιουργεί απαραίτητα την ανισότητα, συχνά απλώς την ξεγυμνώνει.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σειράς, ότι παρά το μέγεθος της απειλής δεν ενδιαφέρεται τόσο για το θέαμα μιας ανθρωπότητας που πολεμά τους εισβολείς όσο για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι μέσα στην καταστροφή. Το «War of the Worlds» είναι περισσότερο μια μελέτη πάνω στον θυμό, στην απόγνωση, στον φόβο, στη μικρότητα και στις αντιδράσεις που γεννά μια ακραία κατάσταση παρά ένα καθαρόαιμο θρίλερ δράσης. Οι χαρακτήρες τσακώνονται, παραπονιούνται, κρατούν πράγματα για τον εαυτό τους, δυσκολεύονται να συνεργαστούν, κάνουν λάθη και πολλές φορές αναγκάζονται να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον χωρίς να το επιθυμούν πραγματικά. Υπάρχουν, βέβαια, και μικρές πράξεις ηρωισμού, όμως η σειρά τις αντιμετωπίζει χωρίς μεγάλους μονολόγους και χωρίς να προσπαθεί να μας υποδείξει διαρκώς τι πρέπει να αισθανθούμε. Αυτό ακριβώς τις κάνει πιο πειστικές, γιατί μέσα στην πραγματική κρίση οι άνθρωποι σπάνια συμπεριφέρονται σαν κινηματογραφικοί ήρωες και πολύ συχνότερα συνεχίζουν να κουβαλούν μαζί τους τον χαρακτήρα, τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις που είχαν και πριν.
Αυτό είναι και ένα από τα σημεία στα οποία η σειρά αποφεύγει μια εύκολη παγίδα του είδους. Δεν ενδιαφέρεται να κηρύξει, να δώσει έτοιμα μαθήματα ή να μετατρέψει κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά σε κάποιο μεγαλόστομο συμπέρασμα για την ανθρωπότητα. Αφήνει τους χαρακτήρες να είναι μικροί μέσα σε ένα τεράστιο γεγονός και, κατά συνέπεια, περισσότερο ανθρώπινοι. Ο θυμός τους, η απελπισία τους, η δυσπιστία, ακόμη και η μικρότητά τους έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιονδήποτε ηρωικό λόγο, γιατί δείχνουν τι συμβαίνει όταν η κοινωνική κανονικότητα παύει να λειτουργεί και ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορεί να ελέγξει.
Και αυτή είναι μια από τις πιο ουσιαστικές ιδέες που κρύβονται πίσω από τη σειρά: ο πολιτισμός δεν είναι μόνο οι τεχνολογίες που έχουμε κατασκευάσει, αλλά και τα συστήματα συλλογικής προστασίας που έχουμε δημιουργήσει γύρω από αυτές. Νοσοκομεία, επικοινωνίες, μεταφορές, δημόσιες υπηρεσίες, δίκτυα ενέργειας, κρατικοί μηχανισμοί, ακόμη και η στοιχειώδης εμπιστοσύνη ότι αύριο θα υπάρχει ένας κόσμος παρόμοιος με τον σημερινό, όλα αυτά συνιστούν ένα αόρατο πλέγμα που επιτρέπει στις σύγχρονες κοινωνίες να λειτουργούν. Όταν αυτό το πλέγμα διαλυθεί, αποκαλύπτεται κάτι που η καθημερινότητα μας επιτρέπει να ξεχνάμε: η ατομική επιβίωση εξαρτάται πολύ περισσότερο από τη συλλογική οργάνωση απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Η σειρά, επομένως, μπορεί να διαβαστεί και ως μια κριτική στην περίφημη αυταπάτη της αυτάρκειας του σύγχρονου ανθρώπου. Ζούμε σε κοινωνίες που μας πείθουν διαρκώς ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει σχεδόν κάθε πρόβλημα, ότι η πληροφορία είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή, ότι μπορούμε να επικοινωνούμε με οποιονδήποτε, να μετακινούμαστε παντού και να ελέγχουμε όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Το «War of the Worlds» παίρνει αυτή την πίστη και την αντιστρέφει: τι συμβαίνει όταν η τεχνολογία δεν μπορεί να μας προστατεύσει; Τι συμβαίνει όταν η πληροφορία εξαφανίζεται; Τι απομένει από την αίσθηση ελέγχου όταν κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι ο εχθρός, πού βρίσκεται και αν υπάρχει καν τρόπος να τον αντιμετωπίσει;
Εδώ η σειρά αποκτά και μια σαφή κοινωνικοπολιτική αιχμή, χωρίς να χρειάζεται να μετατραπεί σε πολιτική αλληγορία. Η Ευρώπη που παρουσιάζει δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος στον οποίο απλώς συμβαίνει η εισβολή· είναι μια Ευρώπη οργανωμένη γύρω από την πίστη στη θεσμική και τεχνολογική της επάρκεια, μια Ευρώπη που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τις κρίσεις ως προβλήματα διαχείρισης και όχι ως γεγονότα που μπορούν να ανατρέψουν ολόκληρη την κοινωνική της αρχιτεκτονική. Η εξωγήινη εισβολή, λοιπόν, λειτουργεί σαν ένα βίαιο τεστ: όχι μόνο για το αν η ανθρωπότητα μπορεί να επιβιώσει, αλλά για το τι είδους κοινωνία έχει οικοδομήσει πριν από την καταστροφή.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και ένας από τους βασικούς περιορισμούς της σειράς. Ενώ το υλικό της προσφέρεται για μια πολύ πιο τολμηρή κοινωνική και πολιτική ανάγνωση, το «War of the Worlds» δεν έχει πάντοτε το θάρρος να ακολουθήσει μέχρι τέλους τις συνέπειες των ιδεών που ανοίγει. Εκεί όπου θα μπορούσε να εξετάσει βαθύτερα τη σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και στους θεσμούς, την άνιση κατανομή των πόρων ή τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία επανασυγκροτείται όταν καταρρεύσει το κράτος, συχνά επιστρέφει στην ασφάλεια του προσωπικού δράματος, των οικογενειακών δεσμών και των επιμέρους ιστοριών επιβίωσης. Δεν είναι απαραίτητα αδυναμία αυτό, αλλά περιορίζει την εμβέλεια της πολιτικής της σκέψης: η σειρά θέτει μεγαλύτερα ερωτήματα απ’ όσα τελικά τολμά να απαντήσει.
Ο Μπιλ και η Έλεν βρίσκονται ακριβώς στο κέντρο αυτής της αντίφασης. Η προσωπική τους σχέση, η αποξένωση, οι ενοχές και η προσπάθεια επανασύνδεσης μέσα στις συνθήκες της καταστροφής προσφέρουν στη σειρά το συναισθηματικό της υπόβαθρο, αλλά ταυτόχρονα μετατοπίζουν συνεχώς την προσοχή από το συλλογικό στο ατομικό. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, όσο περισσότερο η αφήγηση επικεντρώνεται στους ανθρώπους που προσπαθούν να βρουν ο ένας τον άλλον, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από το ενδιαφέρον ερώτημα του τι συμβαίνει στην κοινωνία ως σύνολο. Σαν η σειρά να φοβάται τελικά την ίδια της την πολιτική ιδέα και να επιστρέφει στην πιο ασφαλή περιοχή του οικογενειακού δράματος.
Παρά τα προβλήματά της, όμως, η επιλογή αυτή έχει και μια ενδιαφέρουσα συνέπεια: η καταστροφή δεν παρουσιάζεται ως ένα θέαμα που παρακολουθούμε από απόσταση, αλλά ως μια διαδικασία που εισχωρεί στην καθημερινότητα και διαλύει σταδιακά τις σχέσεις, τις βεβαιότητες και τις ιεραρχίες. Δεν υπάρχει η κλασική εικόνα μιας ανθρωπότητας που ενώνεται αμέσως και ομόφωνα απέναντι στον κοινό εχθρό· υπάρχει φόβος, δυσπιστία, ατομικό συμφέρον, ανάγκη, απώλεια και η δύσκολη διαδικασία συγκρότησης νέων μορφών αλληλεγγύης. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα της σειράς: όταν η κανονικότητα καταρρέει, επιστρέφουμε στην ατομική επιβίωση ή ανακαλύπτουμε ξανά την ανάγκη της συλλογικότητας;
Το «War of the Worlds» δεν δίνει μια εύκολη απάντηση, και ίσως αυτή να είναι η πιο γόνιμη πλευρά του. Η πραγματική απειλή δεν είναι μόνο οι εξωγήινοι, αλλά η αποκάλυψη ότι η κοινωνία μας στηρίζεται πάνω σε μια σειρά από εύθραυστες συμφωνίες που θεωρούμε φυσικές και αιώνιες. Η σειρά δεν είναι πάντα τόσο τολμηρή όσο θα μπορούσε, ούτε αξιοποιεί σε κάθε σημείο το κοινωνικοπολιτικό δυναμικό της, όμως όταν αφήνει στην άκρη το θέαμα της εισβολής και κοιτάζει τους ανθρώπους που μένουν πίσω, αποκτά μια ιδιαίτερη δύναμη. Τότε η ιστορία του Γουέλς παύει να αφορά μόνο το ενδεχόμενο μιας επίθεσης από έναν εξωγήινο πολιτισμό και αρχίζει να αφορά κάτι πολύ πιο οικείο: τον φόβο μιας κοινωνίας που ανακαλύπτει πόσο γρήγορα μπορεί να χάσει όλα όσα θεωρούσε δεδομένα και πόσο δύσκολο είναι να αποφασίσει, όταν οι παλιές βεβαιότητες έχουν χαθεί, αν θέλει απλώς να επιβιώσει ή αν θέλει να ξαναχτίσει έναν διαφορετικό κόσμο.
Βαθμολογία πρώτου κύκλου: 7.5/10
Ειρηναίος Μαράκης, για τη Viral Greece
























