Η υπογεννητικότητα βαθαίνει, με τις γεννήσεις να υποχωρούν για ακόμη μία χρονιά και τις νεότερες ηλικίες μητέρων να καταγράφουν τη μεγαλύτερη κάμψη

Συνεχίζεται η αρνητική δημογραφική πορεία της χώρας, καθώς σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι γεννήσεις στην Ελλάδα κατέγραψαν νέα μείωση το 2025. Οι γεννήσεις ζώντων ανήλθαν σε 65.594, έναντι 68.467 το 2024, παρουσιάζοντας πτώση κατά 2.873 γεννήσεις ή 4,2%.

Από το σύνολο των γεννήσεων, τα 33.620 ήταν αγόρια και τα 31.974 κορίτσια. Παράλληλα, οι γεννήσεις νεκρών ανήλθαν σε 420, μειωμένες κατά 7,5% σε σχέση με τις 454 που είχαν καταγραφεί το προηγούμενο έτος.

Η μείωση δεν ήταν ομοιόμορφη κατά τη διάρκεια του έτους. Οι μεγαλύτερες απώλειες σημειώθηκαν τον Νοέμβριο και τον Ιανουάριο, με πτώση 10,4% και 10% αντίστοιχα. Αντίθετα, μικρή αύξηση των γεννήσεων καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο (+3%) και τον Μάιο (+2,9%), χωρίς ωστόσο να ανατρέπεται η συνολική καθοδική τάση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την ηλικία των μητέρων, τα οποία αποτυπώνουν τη συνεχή μετατόπιση της τεκνοποίησης προς μεγαλύτερες ηλικίες.

Σε σύγκριση με το 2015, οι μεγαλύτερες μειώσεις γεννήσεων καταγράφονται στις ηλικιακές ομάδες 30-34 ετών (-12.356 γεννήσεις), 25-29 ετών (-7.922) και 35-39 ετών (-4.597). Αντίθετα, αύξηση εμφανίζουν οι μητέρες ηλικίας 40-44 ετών (+1.031 γεννήσεις) και 45-49 ετών (+445).

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη σε βάθος εικοσαετίας. Σε σχέση με το 2005, οι γεννήσεις από γυναίκες ηλικίας 25-29 ετών έχουν μειωθεί κατά 20.775, από γυναίκες 30-34 ετών κατά 13.983 και από γυναίκες 20-24 ετών κατά 10.177. Την ίδια στιγμή, αυξάνονται οι γεννήσεις στις ηλικίες 40-44 ετών (+2.955) και 45-49 ετών (+852), επιβεβαιώνοντας την τάση αναβολής της μητρότητας.

Αλλαγές καταγράφονται και ως προς την ιθαγένεια των μητέρων. Η αναλογία γεννήσεων από Ελληνίδες προς γεννήσεις από αλλοδαπές μητέρες διαμορφώθηκε το 2025 σε 8,9 προς 1, έναντι 6,7 προς 1 το 2015 και 5,1 προς 1 το 2005. Το στοιχείο αυτό αντανακλά τόσο τη μείωση των μεταναστευτικών ροών των προηγούμενων δεκαετιών όσο και τη γήρανση των μεταναστευτικών πληθυσμών που είχαν εγκατασταθεί στη χώρα.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η υποχώρηση των γεννήσεων ήταν σχεδόν καθολική. Μείωση σημειώθηκε στις 12 από τις 13 περιφέρειες της χώρας. Τις μεγαλύτερες απώλειες κατέγραψαν η Αττική με 1.007 λιγότερες γεννήσεις, η Κεντρική Μακεδονία με 656 και η Πελοπόννησος με 273. Η μοναδική περιφέρεια που παρουσίασε αύξηση ήταν η Κρήτη, όπου οι γεννήσεις αυξήθηκαν κατά 129.

Η νέα μείωση επιβεβαιώνει ότι το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν αποτελεί μια συγκυριακή εξέλιξη αλλά μια βαθιά και διαρκή κοινωνική μεταβολή. Η ανασφάλεια στην εργασία, το υψηλό κόστος στέγασης, οι χαμηλοί μισθοί, η δυσκολία πρόσβασης σε δομές φροντίδας παιδιών και η συνολική αίσθηση αβεβαιότητας για το μέλλον λειτουργούν αποτρεπτικά για χιλιάδες νέους ανθρώπους που αναβάλλουν ή εγκαταλείπουν την προοπτική δημιουργίας οικογένειας.

Πίσω από τους αριθμούς της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνεται μια κοινωνία που γερνά ταχύτερα απ’ όσο ανανεώνεται. Και όσο το δημογραφικό αντιμετωπίζεται κυρίως ως ζήτημα στατιστικής ή ως πεδίο επικοινωνιακών εξαγγελιών, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις στην εργασία, τη στέγη, την υγεία και την κοινωνική προστασία, η απόσταση ανάμεσα στις γενιές που φεύγουν και σε εκείνες που έρχονται θα συνεχίσει να μεγαλώνει.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link