Η οικοδομική έκρηξη, η ανεπαρκής εποπτεία και η κυβερνητική στρατηγική ανάπτυξης χωρίς επαρκή ελέγχους συνθέτουν ένα πλαίσιο όπου η ασφάλεια υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα και το κέρδος

Η κατάρρευση της πολυκατοικίας στα Πετράλωνα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη μεμονωμένο τεχνικό περιστατικό που θα ξεχαστεί μόλις απομακρυνθούν τα μπάζα και αποκατασταθεί η κυκλοφορία. Αντίθετα, αναδεικνύει με οξύτητα ένα μοντέλο αστικής ανάπτυξης που λειτουργεί με όρους πίεσης χρόνου, εργολαβικής μεγιστοποίησης κέρδους και ελλιπούς ελέγχου, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο ρωγμές σε κτίρια αλλά και ρωγμές στην ίδια την έννοια της ασφάλειας της κατοίκησης. Όταν μια πολυκατοικία καταρρέει μέσα σε πυκνοκατοικημένη γειτονιά, η πρώτη ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη τεχνική, αλλά πολιτική.

Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, οι παρεμβάσεις στο γειτονικό οικόπεδο, οι εκσκαφές και η πίεση στο υπέδαφος είχαν ήδη δημιουργήσει ανησυχίες που είχαν εκφραστεί και επίσημα, χωρίς όμως να οδηγήσουν σε ουσιαστική αναστολή ή επανεξέταση των εργασιών. Η εικόνα μιας πόλης όπου τα θεμέλια νέων κατασκευών «σπρώχνουν» τα θεμέλια των παλιών αποτυπώνει με ωμό τρόπο την απουσία μιας αυστηρής, προληπτικής εποπτείας που θα όφειλε να προηγείται κάθε εργοταξιακής δραστηριότητας, ειδικά σε περιοχές με ευάλωτο αστικό ιστό και επιβαρυμένο υπέδαφος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να αποσιωπηθεί πίσω από γενικές αναφορές σε «πολυπαραγοντικά αίτια» ή «κακές πρακτικές εργολάβων». Η επιτάχυνση της οικοδομικής δραστηριότητας, η τουριστική πίεση και η εκτεταμένη εμπορευματοποίηση της γης και της κατοικίας έχουν ενισχυθεί μέσα από ένα ευρύτερο αναπτυξιακό αφήγημα, στο οποίο η επενδυτική ταχύτητα εμφανίζεται συχνά ως υπέρτερη αξία έναντι των κοινωνικών και τεχνικών περιορισμών. Όταν όμως το θεσμικό πλαίσιο δεν προλαβαίνει ή δεν θέλει να επιβάλει αυστηρά πρωτόκολλα ελέγχου, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς στατιστική αύξηση κινδύνων αλλά πραγματικές υλικές καταρρεύσεις.

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την οικοδομή ως κλάδο, αλλά το συνολικό μοντέλο πόλης που διαμορφώνεται, όπου η κατοικία μετατρέπεται σε επενδυτικό προϊόν, η γη σε πεδίο ταχείας απόδοσης και οι γειτονιές σε ζώνες διαρκούς αναδιαμόρφωσης χωρίς επαρκή κοινωνική θωράκιση. Σε αυτό το περιβάλλον, τα εργατικά ατυχήματα και οι αστοχίες δεν είναι εξαιρέσεις αλλά επαναλαμβανόμενα συμπτώματα ενός συστήματος που λειτουργεί υπό πίεση χρόνου και κόστους, με ανεπαρκή έλεγχο και συχνά με υποβαθμισμένες διαδικασίες ασφάλειας.

Το κρίσιμο ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι απλά η καταγραφή του συμβάντος, αλλά η πολιτική του ανάγνωση και κυρίως η θεσμική απάντηση. Η αποζημίωση των πληγέντων και η άμεση στεγαστική αποκατάσταση των οικογενειών αποτελούν αυτονόητες υποχρεώσεις, όμως δεν αρκούν αν δεν συνοδευτούν από αυστηροποίηση των ελέγχων, αναθεώρηση των αδειοδοτήσεων και ουσιαστική ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας. Παράλληλα, απαιτείται επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο δίνονται άδειες σε ευαίσθητες αστικές περιοχές, με γεωλογικούς και πολεοδομικούς κινδύνους που συχνά υποτιμώνται.

Οι πόλεις, οι γειτονιές και τα σπίτια μας, τα δημόσια κτίρια – σχολεία και νοσοκομεία – δεν μπορούν να λειτουργούν ως πεδίο ανεξέλεγκτης συσσώρευσης επενδύσεων, με το κόστος αυτής της διαδικασίας να μεταφέρεται στους κατοίκους και στους χρήστες τους. Αν δεν τεθούν σαφή όρια, με άμεσες και γενναίες αποφάσεις, αν δεν ενισχυθεί ο δημόσιος έλεγχος και αν δεν επανανοηματοδοτηθεί η κατοικία ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως πεδίο κερδοφορίας, τότε τέτοια περιστατικά θα επαναλαμβάνονται, όχι ως ατυχήματα αλλά ως προβλέψιμες συνέπειες ενός μοντέλου που έχει ήδη δείξει τα όριά του.

Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link