Σήμερα στις 01:00 στον ΣΚΑΙ
Όλος ο κόσμος είναι δικός του – Μέχρι να γκρεμιστούν όλα
Υπάρχουν ταινίες που γνωρίζουν την επιτυχία από την πρώτη τους προβολή και υπάρχουν και εκείνες που χρειάζονται χρόνο για να αποκαλύψουν το πραγματικό τους βάρος, να ξεφύγουν από τις προκαταλήψεις της εποχής τους και να μετατραπούν από αντικείμενο αντιπαράθεσης σε σημείο αναφοράς, και ο «Σημαδεμένος» του Μπράιαν Ντε Πάλμα ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία, καθώς η ταινία του 1983, με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο στον ρόλο του Κουβανού μετανάστη Τόνι Μοντάνα, αντιμετωπίστηκε αρχικά με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο εξαιτίας της ακραίας βίας, της ωμής γλώσσας, της υπερβολής και των στερεοτυπικών απεικονίσεων, για να εξελιχθεί σταδιακά σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές γκανγκστερικές ταινίες της δεκαετίας του 1980 και τελικά σε cult classic, μια ταινία που όχι μόνο άντεξε στον χρόνο αλλά κατάφερε να επηρεάσει τη μουσική, το hip-hop, τα κόμικς, την τηλεόραση, τα βιντεοπαιχνίδια και συνολικά την παγκόσμια ποπ κουλτούρα.
Ο «Σημαδεμένος» αποτελεί μια ελεύθερη διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος του Armitage Trail του 1930 και ταυτόχρονα ριμέικ της ταινίας «Scarface» του 1932, σε σκηνοθεσία του Χάουαρντ Χοκς, όμως ο Ντε Πάλμα και ο σεναριογράφος Όλιβερ Στόουν δεν ενδιαφέρονται να αναπαράγουν απλώς μια παλιότερη ιστορία, αλλά μεταφέρουν τον πυρήνα της στην Αμερική των αρχών της δεκαετίας του 1980, αντικαθιστώντας τον κόσμο της ποτοαπαγόρευσης με εκείνον της απαγόρευσης των ναρκωτικών και τον Ιταλοαμερικανό γκάνγκστερ με έναν Κουβανό πρόσφυγα που φτάνει στο Μαϊάμι μέσω της μαζικής εξόδου του Mariel και αποφασίζει ότι δεν θα αρκεστεί στην επιβίωση, αλλά θα διεκδικήσει ολόκληρο το αμερικανικό όνειρο με τους πιο βίαιους, παράνομους και αυτοκαταστροφικούς τρόπους.

Η ιστορία ξεκινά το 1980, όταν ο πρώην κατάδικος και Κουβανός πρόσφυγας Τόνι Μοντάνα φτάνει στο Μαϊάμι μαζί με τον φίλο του Μάνι Ριμπέρα, τον Άνχελ και τον Τσι-Τσι, στο πλαίσιο της μεταφοράς περίπου 125.000 Κουβανών προσφύγων μέσω του Mariel Boatlift, και η πρώτη του επαφή με τον αμερικανικό κόσμο δεν έχει τίποτα από την υπόσχεση μιας νέας ζωής, αφού για να εξασφαλίσουν πράσινες κάρτες ο Τόνι και οι σύντροφοί του αναλαμβάνουν να δολοφονήσουν έναν πρώην συνεργάτη του Φιντέλ Κάστρο, ενώ στη συνέχεια, απογοητευμένοι από τις δουλειές του εστιατορίου και την κοινωνική τους θέση, περνούν σταδιακά στον κόσμο της διακίνησης κοκαΐνης, όπου η βία αποτελεί νόμισμα, η προδοσία καθημερινότητα και η εξουσία το μοναδικό πραγματικό μέτρο επιτυχίας.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία έρχεται όταν ο Τόνι και οι σύντροφοί του αναλαμβάνουν να αγοράσουν κοκαΐνη από Κολομβιανούς εμπόρους και ο Άνχελ δολοφονείται με αλυσοπρίονο μπροστά στα μάτια του Τόνι, σε μία από τις πιο διαβόητες σκηνές της ταινίας, πριν ο Μάνι και ο Τσι-Τσι επέμβουν και σώσουν τον Τόνι, ο οποίος, αντί να απομακρυνθεί από έναν κόσμο που μόλις του αποκάλυψε το πραγματικό του πρόσωπο, αποφασίζει να προχωρήσει ακόμη βαθύτερα μέσα του, σκοτώνοντας τους εμπόρους και απαιτώντας από τον Ομάρ Σουάρες να παραδώσει ο ίδιος τα ναρκωτικά και τα χρήματα στον Φρανκ Λόπεζ, επειδή υποψιάζεται ότι η αποστολή ήταν παγίδα, μια επιλογή που αποκαλύπτει από νωρίς το βασικό χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του: ο Τόνι δεν εμπιστεύεται κανέναν, αλλά ταυτόχρονα δεν φοβάται σχεδόν κανέναν.
Ο Τόνι και ο Μάνι αρχίζουν να εργάζονται για τον Φρανκ, όμως η φιλοδοξία του πρώτου ξεπερνά γρήγορα τα όρια που του έχουν τεθεί, ενώ παράλληλα αναπτύσσει έλξη για την Ελβίρα Χάνκοκ, τη σύζυγο του Φρανκ, γεγονός που δημιουργεί μια ακόμη σύγκρουση μέσα σε ένα ήδη εύθραυστο σύστημα εξουσίας, την ίδια στιγμή που η σχέση του με την οικογένειά του αποκαλύπτει μια διαφορετική πλευρά του χαρακτήρα του: η μητέρα του, Τζορτζίνα, αποδοκιμάζει έντονα τον εγκληματικό τρόπο ζωής του και τον διώχνει από το σπίτι, ενώ η αδελφή του Τζίνα προσπαθεί να τον υπερασπιστεί, με τον Τόνι να της δίνει τα χρήματα που της είχε προσφέρει, παρότι η μητέρα του τον είχε απορρίψει.
Η πραγματική του άνοδος αρχίζει όταν ο Φρανκ τον στέλνει μαζί με τον Ομάρ στη Βολιβία για να συναντήσουν τον πανίσχυρο έμπορο κοκαΐνης Αλεχάντρο Σόσα, έναν χαρακτήρα εμπνευσμένο από τον πραγματικό Βολιβιανό βαρόνο των ναρκωτικών Ρομπέρτο Σουάρες Γκόμες, και ο Τόνι, παρακάμπτοντας την ιεραρχία και διαπραγματευόμενος μια μεγάλη συμφωνία χωρίς την έγκριση του Φρανκ, κερδίζει την εκτίμηση του Σόσα, ενώ παράλληλα παρακολουθεί τον Ομάρ να κρεμιέται από ελικόπτερο αφού ο Σόσα τον χαρακτηρίζει πληροφοριοδότη της αστυνομίας, προειδοποιώντας τον Τόνι ότι η συνεργασία τους θα στηρίζεται στην απόλυτη πίστη και ότι οποιαδήποτε προδοσία θα έχει βαρύ τίμημα.
Επιστρέφοντας στο Μαϊάμι, ο Τόνι έρχεται πλέον σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Φρανκ, δημιουργεί τη δική του επιχείρηση κοκαΐνης, συνεχίζει να διεκδικεί την Ελβίρα και σταδιακά μετατρέπεται από υπάλληλο σε ανταγωνιστή, ενώ ο διεφθαρμένος αστυνομικός Μελ Μπερνστάιν επιχειρεί να τον εκβιάσει για προστασία, μια απόπειρα που οδηγεί τον Τόνι σε ολοκληρωτική ρήξη με το προηγούμενο καθεστώς, καθώς μετά από μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του αναγκάζει τον Φρανκ να ομολογήσει την εμπλοκή του, βάζει τον Μάνι να τον σκοτώσει και στη συνέχεια σκοτώνει ο ίδιος τον Μπερνστάιν, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την εγκληματική αυτοκρατορία του Φρανκ.
Από εκείνο το σημείο και μετά ο Τόνι μοιάζει να έχει κερδίσει όσα ονειρευόταν: παντρεύεται την Ελβίρα, γίνεται ο βασικός διανομέας της κοκαΐνης του Σόσα, αποκτά τεράστια περιουσία και εγκαθίσταται σε μια υπερπολυτελή έπαυλη, περιβαλλόμενος από φρουρούς, όπλα, χρήματα και ανθρώπους που υπακούουν στις εντολές του, όμως η ταινία δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για την άνοδο αυτή ως θρίαμβο, αλλά ως προετοιμασία για την πτώση, αφού πίσω από τα χρήματα και τη δύναμη υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει ήδη αρχίσει να καταστρέφει κάθε σχέση, κάθε όριο και κάθε δυνατότητα επιστροφής.

Από την κορυφή στην απόλυτη καταστροφή
Το 1983, όταν μια επιχείρηση των ομοσπονδιακών αρχών οδηγεί τον Τόνι σε κατηγορίες για φοροδιαφυγή και στην απειλή πολυετούς φυλάκισης, ο Σόσα του προσφέρει προστασία μέσω των κυβερνητικών διασυνδέσεών του, ζητώντας ως αντάλλαγμα τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου που ετοιμάζεται να αποκαλύψει τη δράση του, όμως ακόμη και σε αυτό το σημείο ο Τόνι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πειθήνιο όργανο, καθώς όταν αντιλαμβάνεται ότι ο δημοσιογράφος συνοδεύεται από τη σύζυγο και τα παιδιά του προσπαθεί να ματαιώσει την επιχείρηση, σκοτώνει τον άνθρωπο του Σόσα, Αλμπέρτο, πριν εκείνος πυροδοτήσει τη βόμβα στο αυτοκίνητο, και έτσι προκαλεί την οργή του ανθρώπου που μέχρι τότε του είχε προσφέρει την προστασία και την υποστήριξή του.
Η προσωπική του κατάρρευση είναι εξίσου δραματική με την εγκληματική, αφού η εξάρτηση από την κοκαΐνη, η καχυποψία, η παράνοια και η αλαζονεία διαλύουν τη σχέση του με την Ελβίρα, την οποία προσβάλλει δημόσια σε κατάσταση μέθης και αποκαλεί εξαρτημένη και στείρα, ενώ η ίδια τον εγκαταλείπει καταγγέλλοντας ουσιαστικά τον τρόπο ζωής που ο ίδιος έχει επιλέξει, και την ίδια στιγμή ο Τόνι οδηγείται σε μια από τις πιο τραγικές παρεξηγήσεις ολόκληρης της ιστορίας, καθώς, ακολουθώντας την Τζίνα και πιστεύοντας ότι ο Μάνι την έχει εκμεταλλευτεί, τον πυροβολεί και τον σκοτώνει χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνος και η Τζίνα έχουν μόλις παντρευτεί.
Η αποκάλυψη της αλήθειας συντρίβει ό,τι έχει απομείνει από τον άνθρωπο που υπήρξε κάποτε ο Τόνι Μοντάνα, όμως δεν υπάρχει πλέον χρόνος για επιστροφή, καθώς οι άνδρες του Σόσα εισβάλλουν στην έπαυλή του και σκοτώνουν τους φρουρούς του, ανάμεσά τους και τον Τσι-Τσι, ενώ ο Τόνι, έχοντας πλέον βυθιστεί ολοκληρωτικά στην κοκαΐνη, παίρνει ένα πολυβόλο με εκτοξευτή χειροβομβίδων και βγαίνει μόνος απέναντι στους επιτιθέμενους, σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς, προτού τελικά δεχτεί τα πυρά ενός εκτελεστή που τον πυροβολεί πισώπλατα με καραμπίνα και τον ρίχνει από το μπαλκόνι στην πισίνα, κάτω από την ειρωνική επιγραφή του κόσμου που πάντα ήθελε να κατακτήσει: «The World Is Yours».
Αν όμως ο «Σημαδεμένος» έχει αποκτήσει τόσο ισχυρή θέση στην κινηματογραφική ιστορία, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία του Αλ Πατσίνο, ο οποίος δεν υποδύεται απλώς τον Τόνι Μοντάνα αλλά μεταμορφώνεται σε αυτόν, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα τόσο έντονο, αντιφατικό και σωματικά παρόν ώστε κάποια στιγμή ο θεατής παύει να σκέφτεται ότι παρακολουθεί έναν ηθοποιό και αρχίζει να παρακολουθεί έναν πραγματικό άνθρωπο, έναν εγκληματία που υπάρχει μπροστά του, που αναπνέει, θυμώνει, φοβάται, επιθυμεί, αγαπά, μισεί και τελικά αυτοκαταστρέφεται.
Ο Πατσίνο προετοιμάστηκε ιδιαίτερα για τον ρόλο, συνεργάστηκε με ειδικούς στη μάχη με μαχαίρια, προπονητές και τον σπουδαίο πυγμάχο Ρομπέρτο Ντουράν, από τον οποίο άντλησε και στοιχεία για τη σωματικότητα του χαρακτήρα, ενώ ο Στίβεν Μπάουερ και ένας ειδικός στη διάλεκτο τον βοήθησαν να δουλέψει την κουβανική ισπανική προφορά, με τον ίδιο τον Πατσίνο να αντλεί επιρροές ακόμη και από τον χαρακτήρα της Μέριλ Στριπ στο «Sophie’s Choice», προκειμένου να δημιουργήσει έναν μετανάστη που δεν θα ήταν απλώς μια καρικατούρα του γκάνγκστερ αλλά ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει και να επιβληθεί σε έναν κόσμο που δεν του χαρίζει τίποτα.
Δίπλα του η Μισέλ Φάιφερ, τότε ακόμη σχετικά άγνωστη και περισσότερο γνωστή από το «Grease 2», αποδεικνύεται εξαιρετική επιλογή ως Ελβίρα, παρότι ο Πατσίνο και ο Ντε Πάλμα είχαν αρχικά αντιταχθεί στην επιλογή της και ο ρόλος είχε προταθεί ή εξεταστεί για ηθοποιούς όπως η Γκλεν Κλόουζ, η Νάνσι Άλεν, η Τζίνα Ντέιβις, η Κάρι Φίσερ, η Κέλι ΜακΓκίλις, η Ροζάνα Αρκέτ, η Μέλανι Γκρίφιθ, η Κιμ Μπέισινγκερ, η Μπρουκ Σιλντς, η Σάρον Στόουν και η Σιγκούρνι Γουίβερ, με τον παραγωγό Μάρτιν Μπρέγκμαν να επιμένει στην παρουσία της Φάιφερ, η οποία τελικά δικαιώνει απόλυτα την επιλογή.
Ο Στίβεν Μπάουερ ως Μάνι Ριμπέρα, ο Ρόμπερτ Λότζια ως Φρανκ Λόπεζ, η Μέρι Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο ως Τζίνα Μοντάνα, η Μίριαμ Κολόν ως μητέρα του Τόνι, ο Πολ Σενάρ ως Αλεχάντρο Σόσα, ο Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ ως Ομάρ Σουάρες, ο Χάρις Γιούλιν ως Μελ Μπερνστάιν και ο Άνχελ Σαλαζάρ ως Τσι-Τσι συμπληρώνουν έναν ιδιαίτερα ισχυρό καστ, ενώ στην ταινία εμφανίζονται ακόμη οι Αρνάλντο Σαντάνα, Πέπε Σέρνα, Μάικλ Π. Μόραν, Αλ Ίσραελ, Ντένις Χόλαχαν, Μαρκ Μαργκόλις, Μάικλ Άλντριντζ, Τεντ Μπενιάντες και Τζένο Σίλβα, καθώς και ο Ρίτσαρντ Μπέλζερ στο Babylon Club, ενώ οι Τσαρλς Ντέρνινγκ και Ντένις Φραντς έδωσαν χωρίς να αναφέρονται στους τίτλους τις φωνές των αξιωματικών της υπηρεσίας μετανάστευσης στην εναρκτήρια σκηνή.
Η ιστορία πίσω από την παραγωγή είναι σχεδόν εξίσου ενδιαφέρουσα με την ίδια την ταινία, καθώς το σχέδιο γεννήθηκε όταν ο Αλ Πατσίνο είδε την ταινία του 1932 στο Tiffany Theater του Λος Άντζελες και πείστηκε ότι υπήρχε χώρος για ένα νέο «Scarface», αρχικά μάλιστα με την πρόθεση να διατηρηθεί η ιστορική περίοδος του πρωτότυπου, μέχρι που έγινε αντιληπτό ότι η μεταφορά της ιστορίας στο σύγχρονο παρόν θα της έδινε πολύ μεγαλύτερη δύναμη, με τον Σίντνεϊ Λιούμετ να αναλαμβάνει αρχικά τη σκηνοθεσία και να προτείνει την τοποθέτηση της ιστορίας στο πλαίσιο του Mariel Boatlift.
Οι δημιουργικές διαφωνίες ανάμεσα στον Λιούμετ και τον Μπρέγκμαν οδήγησαν τελικά στην αποχώρηση του σκηνοθέτη, καθώς ο Λιούμετ ήθελε μια περισσότερο πολιτική ταινία που θα εστίαζε στην ευθύνη της αμερικανικής κυβέρνησης για την εξάπλωση της κοκαΐνης, ενώ ο Μπρέγκμαν επιθυμούσε μια περισσότερο καθαρόαιμη γκανγκστερική ιστορία, και έτσι ο Ντε Πάλμα πήρε τη θέση του, ενώ ο Όλιβερ Στόουν ανέλαβε το σενάριο, αφού πρώτα είχε συζητήσει την ιδέα με τον Λιούμετ και είχε πειστεί ότι η μετατροπή της ιστορίας από ταινία εποχής σε σύγχρονο μεταναστευτικό γκανγκστερικό δράμα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια νέα εκδοχή των ίδιων κοινωνικών μηχανισμών που είχαν γεννήσει τον γκανγκστερικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1930.
Ο Στόουν έκανε εκτεταμένη έρευνα μαζί με τον Μπρέγκμαν στο Μαϊάμι, έχοντας πρόσβαση σε αρχεία της Εισαγγελίας των Ηνωμένων Πολιτειών και της υπηρεσίας οργανωμένου εγκλήματος, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε τη δική του εξάρτηση από την κοκαΐνη, γεγονός που τον οδήγησε να μετακομίσει στο Παρίσι για να γράψει το σενάριο μακριά από το περιβάλλον στο οποίο προσπαθούσε να απεξαρτηθεί, και η ειρωνεία αυτής της συνθήκης είναι ότι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς κινηματογραφικούς κόσμους γύρω από την κοκαΐνη γράφτηκε από έναν δημιουργό που εκείνη ακριβώς την περίοδο προσπαθούσε να ξεφύγει από την ίδια ουσία.
Τα γυρίσματα διήρκεσαν 24 εβδομάδες, από τις 22 Νοεμβρίου 1982 έως τις 6 Μαΐου 1983, και παρότι η ταινία διαδραματίζεται στο Μαϊάμι, μεγάλο μέρος της γυρίστηκε στο Λος Άντζελες, καθώς τόσο η τουριστική αρχή του Μαϊάμι όσο και η κουβανική κοινότητα είχαν αντιδράσει στην παραγωγή, φοβούμενες ότι η σύνδεση της πόλης και της κουβανικής διασποράς με τα ναρκωτικά και το οργανωμένο έγκλημα θα δημιουργούσε μια εξαιρετικά αρνητική εικόνα, με αποτέλεσμα μόλις δύο εβδομάδες γυρισμάτων να πραγματοποιηθούν στο Μαϊάμι, ανάμεσά τους και η περίφημη σκηνή με το αλυσοπρίονο στο Ocean Drive, ενώ χρησιμοποιήθηκαν επίσης το Fontainebleau Miami Beach, η Coronado Beach στο Σαν Ντιέγκο και η έπαυλη El Fureidis κοντά στη Σάντα Μπάρμπαρα για την κατοικία του Τόνι.
Η παραγωγή αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες, καθώς διακόπηκε δύο φορές εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων στην Καλιφόρνια, ενώ ο Αλ Πατσίνο τραυματίστηκε όταν έκαψε το αριστερό του χέρι πάνω στην κάννη όπλου που είχε μόλις πυροβολήσει κατά τη διάρκεια μιας σκηνής μάχης, γεγονός που σταμάτησε τα γυρίσματα για περισσότερο από μία εβδομάδα, ενώ μια πρόωρη έκρηξη βόμβας τραυμάτισε δύο κασκαντέρ σε σκηνή που γυρίστηκε χωρίς τον Πατσίνο, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η πληροφορία ότι μία από τις λήψεις της τελικής μάχης σκηνοθετήθηκε από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την ημέρα στο πλατό, ενώ για την κινηματογραφική κοκαΐνη χρησιμοποιήθηκε στην πραγματικότητα σκόνη καθαρτικού για μωρά.

Λογοκρισία
Η ακραία βία της ταινίας δεν προκάλεσε μόνο αντιδράσεις στους κριτικούς και στην κουβανική κοινότητα αλλά και μια μεγάλη σύγκρουση με το σύστημα λογοκρισίας, καθώς στις 28 Οκτωβρίου 1983 η MPAA έδωσε στον «Σημαδεμένο» την κατηγορία Χ για «υπερβολική και σωρευτική βία και γλώσσα», παρότι ο Ντε Πάλμα είχε ήδη επεξεργαστεί την ταινία τρεις φορές, δηλώνοντας ότι δεν ήταν διατεθειμένος να αφαιρέσει τίποτε περισσότερο, ενώ ο Μπρέγκμαν δήλωνε πως θα αποδεχόταν την αξιολόγηση και θα ασκούσε έφεση, επειδή όμως μια ταινία με βαθμολογία Χ θα αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα διανομής και διαφήμισης, η Universal δεν μπορούσε να την κυκλοφορήσει έτσι.
Στις 8 Νοεμβρίου μια επιτροπή έφεσης αποτελούμενη από είκοσι ιδιοκτήτες κινηματογράφων, στελέχη στούντιο και ανεξάρτητους διανομείς ανέτρεψε την απόφαση με ψήφους 17-3 και έδωσε στην ταινία την κατηγορία R, με τον Ντε Πάλμα να θεωρεί ότι οι αλλαγές ήταν τόσο μικρές ώστε να μην έχουν ουσιαστική σημασία και να ζητά την κυκλοφορία της αρχικής εκδοχής, κάτι που δεν έγινε επίσημα δεκτό από την MPAA, με αποτέλεσμα ο σκηνοθέτης να κυκλοφορήσει τελικά την ταινία χωρίς τις ζητούμενες περικοπές και να το παραδεχτεί μόλις μήνες αργότερα.
Ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει πόσο διαφορετικός ήταν ο «Σημαδεμένος» από ένα συμβατικό γκανγκστερικό φιλμ είναι η μουσική του Τζόρτζιο Μόροντερ, ο οποίος αντί να χρησιμοποιήσει τραγούδια της περιόδου στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία δημιούργησε ένα ηλεκτρονικό, συνθετικό, new wave ηχητικό περιβάλλον, γεμάτο synthesizers και ήχους που μοιάζουν να προέρχονται από ένα μέλλον το οποίο βρίσκεται διαρκώς πάνω από τους χαρακτήρες, ενισχύοντας την αίσθηση της παρακμής, της τεχνητής ευφορίας και της ασταμάτητης ανόδου προς μια αναπόφευκτη καταστροφή.
Ο Ντε Πάλμα έχει μάλιστα δηλώσει ότι απέρριπτε επανειλημμένα τις προτάσεις της Universal να αντικατασταθεί η μουσική με μια rap επένδυση, επειδή θεωρούσε ότι η μουσική του Μόροντερ ήταν απολύτως ταιριαστή με την ταινία, ενώ η πλήρης μουσική και το soundtrack κυκλοφόρησαν επισήμως από τη La-La Land Records μόλις το 2022, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την πρώτη προβολή της ταινίας.
Από την αποτυχία των πρώτων αντιδράσεων στην αναγνώριση
Ο «Σημαδεμένος» έκανε πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη την 1η Δεκεμβρίου 1983 και κυκλοφόρησε ευρέως στις 9 Δεκεμβρίου, με αρχικές αντιδράσεις που κυμάνθηκαν από την αμηχανία έως την απόρριψη, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι οι συγγραφείς Κερτ Βόνεγκατ και Τζον Ίρβινγκ αποχώρησαν από την αίθουσα μετά τη σκηνή με το αλυσοπρίονο, ενώ το περιοδικό New York χαρακτήρισε την ταινία άδεια, υπερβολική και εκφοβιστική Β-movie, και αρκετοί κριτικοί θεώρησαν ότι η διάρκεια, η βία και η αισθητική υπερβολή έπνιγαν οποιαδήποτε ουσιαστική πολιτική ή κοινωνική διάσταση.
Ωστόσο, υπήρξαν από την πρώτη στιγμή και σημαντικές φωνές υπεράσπισης, με τον Ρότζερ Έμπερτ να της δίνει τέσσερα στα τέσσερα αστέρια και αργότερα να την εντάσσει στη λίστα «Great Movies», επισημαίνοντας ότι ο Ντε Πάλμα και ο Στόουν δεν παρουσιάζουν απλώς στερεοτυπικούς εγκληματίες αλλά συγκεκριμένους ανθρώπους, ενώ ο Βίνσεντ Κάνμπι στους New York Times αναγνώρισε τη σκοτεινή και μάταιη ατμόσφαιρα της ιστορίας και την αναπόφευκτη πτώση που ακολουθεί την άνοδο, την ίδια στιγμή που ο Ντέιβιντ Άνσεν του Newsweek αναγνώριζε στην ταινία μια μεγαλοπρεπή, ρηχή και παρακμιακή ψυχαγωγία, ακριβώς επειδή μπορούσε να συνδυάζει τη γοητεία και την αποστροφή του γκανγκστερικού κόσμου.
Η εμπορική της πορεία ήταν εξαρχής ισχυρή, με περίπου 4,5 εκατομμύρια δολάρια στο πρώτο Σαββατοκύριακο από 996 αίθουσες, συνολικά 45,2 εκατομμύρια στη Βόρεια Αμερική και 20,5 εκατομμύρια στις υπόλοιπες αγορές, φτάνοντας περίπου τα 65,7 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως στην αρχική της πορεία και πάνω από 66 εκατομμύρια μετά τις επανεκδόσεις, ενώ οι μεταγενέστερες κυκλοφορίες, ιδιαίτερα η επετειακή έκδοση του 2003, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη θέση της, με το DVD των 20 χρόνων να πουλά περισσότερα από δύο εκατομμύρια αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα και την ταινία να αποκτά μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη ζωή στην οικιακή ψυχαγωγία.
Η πραγματική επιτυχία του «Σημαδεμένου» δεν βρίσκεται τελικά μόνο στα εισιτήρια αλλά στην πολιτιστική του επιβίωση, καθώς η ταινία μετατράπηκε σε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής και σε αντικείμενο αναφοράς για καλλιτέχνες που είδαν στον Τόνι Μοντάνα όχι απλώς έναν εγκληματία αλλά μια ακραία εκδοχή της φιλοδοξίας, της κοινωνικής ανόδου και της επιθυμίας να κατακτηθεί ένας κόσμος που μοιάζει να ανήκει σε εκείνον που θα τολμήσει να τον διεκδικήσει, με ιδιαίτερα έντονη την επίδρασή της στην hip-hop κουλτούρα, ενώ το 2003 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Music Inspired by Scarface» από τη Def Jam Recordings, συγκεντρώνοντας τραγούδια καλλιτεχνών που εμπνεύστηκαν άμεσα ή έμμεσα από την ταινία.
Παράλληλα, η ταινία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τους Κουβανούς πρόσφυγες, καθώς η κουβανική κοινότητα είχε αντιδράσει ήδη από την περίοδο των γυρισμάτων στην παρουσίαση των χαρακτήρων ως εγκληματιών, ενώ η ίδια η ταινία προσθέτει μετά τους τίτλους ένα ρητό μήνυμα που διευκρινίζει ότι πρόκειται για μυθοπλασία σχετικά με μια μικρή ομάδα αδίστακτων εγκληματιών και ότι θα ήταν λανθασμένο και άδικο να θεωρηθεί πως οι χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν την κουβανοαμερικανική κοινότητα, η οποία, όπως σημειώνεται, έχει συμβάλει στην αμερικανική κοινωνία με δημιουργικότητα, εργατικότητα και επιχειρηματικότητα.
Η κριτική αυτή παραμένει σημαντική, ιδιαίτερα επειδή η ταινία χρησιμοποιεί τον μύθο του Marielito ως δραματικό υλικό και ορισμένοι μελετητές και δημοσιογράφοι έχουν επισημάνει ότι υπερβάλλει ως προς τη σύνδεση της συγκεκριμένης μεταναστευτικής ομάδας με την εγκληματικότητα, ενώ ακόμη και μέσα στην ιστορία του «Scarface» υπάρχει η απάντηση σε αυτή την κριτική, αφού η μητέρα και η αδελφή του Τόνι λειτουργούν ως αντίβαρο στον ίδιο, εκπροσωπώντας μια διαφορετική εικόνα της κουβανικής κοινότητας και υπενθυμίζοντας ότι ο Τόνι Μοντάνα δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα αλλά μια ακραία και τραγική εξαίρεση.
Κριτική
Ο «Σημαδεμένος» δεν είναι ο «Νονός» και δεν χρειάζεται να γίνει για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, γιατί η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην υπερβολή, στην επιθετικότητα, στην αισθητική της δεκαετίας του 1980 και στην απόφαση του Μπράιαν Ντε Πάλμα να πάρει το κλασικό σχήμα της γκανγκστερικής ανόδου και πτώσης και να το μετατρέψει σε μια σχεδόν πυρετώδη κινηματογραφική εμπειρία, όπου κάθε σκηνή σπρώχνει την επόμενη, κάθε επιτυχία γεννά μια μεγαλύτερη απειλή και κάθε κατάκτηση αφαιρεί κάτι ακόμη από τον άνθρωπο που βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας.
Η σκηνοθεσία του Ντε Πάλμα είναι εντυπωσιακά ακριβής μέσα στην υποτιθέμενη υπερβολή της, καθώς ο σκηνοθέτης οργανώνει την ιστορία σαν μια αργή μηχανή αυτοκαταστροφής, αφήνοντας τον Τόνι να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα μέχρι τη στιγμή που δεν υπάρχει πλέον κανένα σκαλοπάτι για να ανέβει και επομένως μοναδική κατεύθυνση είναι η πτώση, ενώ οι χώροι, τα χρώματα, τα κοστούμια, τα αυτοκίνητα, τα όπλα, η έπαυλη, τα νυχτερινά κέντρα, τα φώτα του Μαϊάμι και η ηλεκτρονική μουσική του Μόροντερ δημιουργούν έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα αληθινός και υπερρεαλιστικός, έναν κόσμο όπου το χρήμα και η βία έχουν καταλάβει κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό μέτρο.
Ακόμη και σήμερα, ένα από τα στοιχεία που μπορεί να ξενίσει είναι η έντονα στιλιζαρισμένη αισθητική της, η οποία σε ορισμένα σημεία μπορεί να μοιάζει με οποιαδήποτε υπερβολική αστυνομική ταινία των αρχών της δεκαετίας του 1980 και, μέσα από τη σημερινή κινηματογραφική ματιά, να πλησιάζει ορισμένες φορές την αισθητική μιας μεγάλης παραγωγής Β-movie, όμως αυτό το μειονέκτημα μετατρέπεται παράδοξα και σε μέρος της γοητείας της, επειδή ο Ντε Πάλμα δεν προσπαθεί να κρύψει την υπερβολή αλλά την κάνει βασικό συστατικό της αφήγησης, δημιουργώντας μια ταινία που δεν θέλει να είναι διακριτική, αλλά θέλει να σε κατακλύσει.
Και πάνω από όλα βρίσκεται ο Αλ Πατσίνο, σε μια ερμηνεία που είναι τόσο ολοκληρωτική ώστε ο θεατής μπορεί να ξεχάσει ότι παρακολουθεί τον ίδιο τον Πατσίνο και να αρχίσει να παρακολουθεί αποκλειστικά τον Τόνι Μοντάνα, έναν άνθρωπο που μοιάζει να έχει γεννηθεί χωρίς κανένα φρένο ανάμεσα στην επιθυμία και στην πράξη, έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει πώς να αρκεστεί σε κάτι λιγότερο από τα πάντα και τελικά καταστρέφει ακριβώς εκείνα τα πρόσωπα και τις σχέσεις που θα μπορούσαν να τον κρατήσουν ανθρώπινο, ενώ η υπερβολή του Πατσίνο, που θα μπορούσε εύκολα να γίνει καρικατούρα, λειτουργεί εδώ ως απολύτως απαραίτητο εργαλείο για έναν χαρακτήρα που σταδιακά χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.
Η περίφημη τελική σεκάνς, με τον Τόνι να στέκεται μόνος στην έπαυλή του, να κρατά το όπλο του και να επιτίθεται στους ανθρώπους του Σόσα ενώ ολόκληρη η αυτοκρατορία του καταρρέει, είναι η φυσική κατάληξη μιας ιστορίας που από την πρώτη στιγμή μιλούσε για άνοδο και πτώση, και η εικόνα του σώματός του να πέφτει στην πισίνα κάτω από το «The World Is Yours» αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες στην ιστορία του κινηματογράφου της βίας, όχι επειδή προσφέρει μια εύκολη κάθαρση, αλλά επειδή συμπυκνώνει ολόκληρη την ειρωνεία της ταινίας: ο Τόνι πράγματι πήρε τον κόσμο, μόνο που δεν κατάφερε ποτέ να τον κρατήσει.

Αποτίμηση
Ο «Σημαδεμένος» είναι μια ταινία υπερβολική, βίαιη, θορυβώδης, συχνά προκλητική και σε αρκετά σημεία bewusst υπερ-στιλιζαρισμένη, όμως πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας εξαιρετικά καλά οργανωμένος κινηματογραφικός μηχανισμός που ξέρει ακριβώς τι θέλει να κάνει και πώς να οδηγήσει τον θεατή από την πρώτη πράξη έως την αναπόφευκτη καταστροφή, με τον Ντε Πάλμα να παίρνει ένα παλιό γκανγκστερικό αρχέτυπο και να το ξαναγράφει για τη δική του εποχή, τον Όλιβερ Στόουν να του δίνει πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, τον Τζόρτζιο Μόροντερ να δημιουργεί ένα μοναδικό ηχητικό περιβάλλον και τον Αλ Πατσίνο να παραδίδει έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της κινηματογραφικής του διαδρομής.
Αυτό που κάποτε αντιμετωπίστηκε ως υπερβολικό και χυδαίο ριμέικ αποδείχθηκε τελικά πολύ περισσότερο από ένα ριμέικ, γιατί ο «Σημαδεμένος» δεν αντιγράφει πραγματικά την ταινία του 1932 αλλά χρησιμοποιεί τον βασικό της μύθο για να μιλήσει για μια άλλη Αμερική, μια άλλη εποχή, μια άλλη μορφή εγκληματικότητας και κυρίως για την ίδια παλιά ανθρώπινη εμμονή με την άνοδο, την εξουσία και την κατάκτηση, ενώ η σημερινή του θέση ως cult classic, η τεράστια πολιτιστική του επιρροή και η διαρκής παρουσία του στη συλλογική μνήμη αποδεικνύουν ότι η ταινία κατάφερε κάτι πολύ δυσκολότερο από μια απλή εισπρακτική επιτυχία: δημιούργησε εικόνες και έναν χαρακτήρα που έγιναν μέρος της ίδιας της κινηματογραφικής γλώσσας.
Δεν είναι λοιπόν μια ταινία που χρειάζεται να αγαπήσει κανείς για να αναγνωρίσει τη σημασία της, αλλά είναι σίγουρα μια ταινία που αξίζει να δει, ειδικά επειδή πίσω από το αίμα, τα όπλα, την κοκαΐνη, τις βρισιές και την αισθητική υπερβολή υπάρχει μια από τις πιο καλοστημένες ιστορίες ανόδου και πτώσης που έδωσε το αμερικανικό σινεμά, μια ιστορία όπου η επιτυχία δεν είναι ποτέ πραγματική επιτυχία και η κορυφή δεν είναι παρά το τελευταίο βήμα πριν από την καταστροφή.
Ο «Σημαδεμένος» μπορεί να μην είναι ο «Νονός», αλλά είναι κάτι απολύτως δικό του: ένα εκρηκτικό, σκοτεινό και συναρπαστικό κινηματογραφικό έπος, μια ταινία που μεγάλωσε μαζί με τον μύθο της, που ξεπέρασε τις αρχικές αρνητικές κριτικές, που μετατράπηκε σε πολιτιστικό σύμβολο και που εξακολουθεί, περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία της, να διαθέτει εκείνη τη σπάνια δύναμη να σε κάνει να ξεχνάς για λίγο ότι παρακολουθείς μια ταινία και να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι μέσα στη ζωή ενός ανθρώπου που ανεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την κορυφή μόνο και μόνο για να ανακαλύψει, όταν πλέον είναι πολύ αργά, ότι ο κόσμος που νόμιζε πως του ανήκει ήταν εξαρχής το σκηνικό της δικής του πτώσης. Και γι’ αυτό, πέρα από την υπερβολή και τις αδυναμίες του, ο «Σημαδεμένος» παραμένει μια πραγματικά σπουδαία, εμβληματική και απολύτως απαραίτητη ταινία, από εκείνες που πρέπει να δεις τουλάχιστον μία φορά στη ζωή σου.

