Σήμερα στο OPEN στις 20:50
Ένα μετα-αποκαλυπτικό θρίλερ με τον Γουίλ Σμιθ ως μοναδικό επιζώντα στη Νέα Υόρκη μετά από βιολογική καταστροφή
Αμερικανική μετα-αποκαλυπτική ταινία δράσης, τρόμου και θρίλερ του 2007, σε σκηνοθεσία Φράνσις Λόρενς και σενάριο των Ακίβα Γκόλντσμαν και Μαρκ Προτοσέβιτς, με πρωταγωνιστή τον Γουίλ Σμιθ στον ρόλο του στρατιωτικού ιολόγου Ρόμπερτ Νέβιλ. Η ταινία βασίζεται χαλαρά στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1954 του Ρίτσαρντ Μάθεσον και τοποθετείται στη Νέα Υόρκη μετά την εξάπλωση ενός ιού, ο οποίος αρχικά είχε δημιουργηθεί ως θεραπεία για τον καρκίνο, αλλά τελικά αφανίζει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας και μετατρέπει ένα μεγάλο ποσοστό των επιζώντων σε νυχτόβια μεταλλαγμένα πλάσματα. Ο Νέβιλ, ως ο τελευταίος (ή σχεδόν τελευταίος) άνθρωπος στην πόλη με ανοσία, προσπαθεί να αναπτύξει θεραπεία, ενώ ταυτόχρονα επιβιώνει απέναντι στις εχθρικές οντότητες.
Η παραγωγή της Warner Bros. Pictures ξεκίνησε να αναπτύσσεται ήδη από το 1994, αλλά αντιμετώπισε αλλεπάλληλες καθυστερήσεις λόγω κόστους και αλλαγών δημιουργικής κατεύθυνσης. Τα γυρίσματα τελικά πραγματοποιήθηκαν το 2006 κυρίως στη Νέα Υόρκη, με εκτεταμένη χρήση πραγματικών τοποθεσιών και σκηνών υψηλού κόστους, όπως η εμβληματική σκηνή στη Γέφυρα του Μπρούκλιν. Η ταινία κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 14 Δεκεμβρίου 2007 και σημείωσε ιδιαίτερα υψηλή εμπορική επιτυχία, κατακτώντας την πρώτη θέση στο box office στο άνοιγμά της και φτάνοντας συνολικά τα 585 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Η υποδοχή από την κριτική ήταν γενικά θετική, με ιδιαίτερη αναγνώριση στην ερμηνεία του Γουίλ Σμιθ, αν και δεν έλειψαν οι ενστάσεις για τη σεναριακή απόκλιση από το πρωτότυπο έργο και για την αδυναμία της τελικής πράξης να διατηρήσει την ίδια δραματική ένταση.

Το 2009, ένας γενετικά τροποποιημένος ιός ιλαράς, σχεδιασμένος για την καταπολέμηση του καρκίνου, μεταλλάσσεται και προκαλεί την εξόντωση του 90% της ανθρωπότητας, ενώ ένα ακόμη 9% μετατρέπεται σε επιθετικά, νυχτόβια πλάσματα γνωστά ως Darkseekers. Τρία χρόνια αργότερα, ο Ρόμπερτ Νέβιλ, αξιωματικός του αμερικανικού στρατού και ιολόγος, ζει απομονωμένος στο Μανχάταν μαζί με τον σκύλο του, τη Σαμ, προσπαθώντας να εντοπίσει θεραπεία και να επιβιώσει. Η καθημερινότητά του περιλαμβάνει πειραματισμούς με τον ιό, αναζήτηση προμηθειών και ραδιοφωνικές εκπομπές προς πιθανούς επιζώντες, ενώ τη νύχτα οχυρώνεται στο σπίτι του και βασανίζεται από αναμνήσεις της οικογένειάς του που χάθηκε στην εκκένωση της πόλης.
Κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, η Σαμ μολύνεται και μετατρέπεται, γεγονός που οδηγεί τον Νέβιλ σε μια από τις πιο τραυματικές στιγμές της απομόνωσής του. Σύντομα έρχεται σε επαφή με δύο άλλους επιζώντες, την Άννα και τον Ίθαν, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι κατευθύνονται σε ασφαλή κοινότητα στο Βερμόντ, κάτι που ο ίδιος αντιμετωπίζει με έντονη δυσπιστία.
Η τελική σύγκρουση με τα Darkseekers οδηγεί τον Νέβιλ στο συμπέρασμα ότι η έρευνά του ίσως έχει ήδη φτάσει σε κρίσιμο σημείο, καθώς μια από τις μεταλλαγμένες μορφές δείχνει σημάδια επαναφοράς στην ανθρώπινη κατάσταση. Η ταινία ολοκληρώνεται με δύο διαφορετικές εκδοχές φινάλε: στο κινηματογραφικό, ο Νέβιλ θυσιάζεται για να σωθεί το δείγμα θεραπείας, ενώ στην εναλλακτική εκδοχή αντιλαμβάνεται ότι τα Darkseekers διαθέτουν νοημοσύνη και κοινωνική δομή.
Η ταινία χαρακτηρίστηκε από μικτή έως θετική κριτική αποδοχή, με τον Γουίλ Σμιθ να ξεχωρίζει για την ερμηνεία του και την ατμόσφαιρα της ερημωμένης Νέας Υόρκης να θεωρείται ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της παραγωγής. Δυστυχώς, η ταινία από ένα σημείο και μετά χάνει τη συνοχή της, ιδιαίτερα στο τελευταίο τρίτο μέρος, όταν μετατοπίζεται από υπαρξιακό δράμα επιβίωσης σε πιο συμβατική δράση, ενώ η απομάκρυνση από τη φιλοσοφική διάσταση του μυθιστορήματος του Ρίτσαρντ Μάθεσον θεωρήθηκε από ορισμένους ως εξασθένιση του αρχικού νοήματος.
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι το μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Μάθεσον έχει μεταφερθεί συνολικά τρεις φορές στον κινηματογράφο πριν και μαζί με την εκδοχή του 2007. Η πρώτη ήταν το 1964 με τίτλο Ο Τελευταίος Άνθρωπος στη Γη (The Last Man on Earth), με τον Βίνσεντ Πράις, μια χαμηλού προϋπολογισμού αλλά ιδιαίτερα επιδραστική εκδοχή που πλησίαζε αρκετά το σκοτεινό και υπαρξιακό ύφος του βιβλίου. Η δεύτερη ήταν το 1971 με τίτλο Ο Άνθρωπος που Αντίκρισε την Κόλαση (The Omega Man), με τον Τσάρλτον ίστον, η οποία μετέφερε την ιστορία σε πιο καθαρά action και sci-fi αισθητική της εποχής, απομακρυνόμενη σημαντικά από τη λογοτεχνική αλληγορία. Η τρίτη είναι η παρούσα εκδοχή του 2007, η οποία επιχειρεί μια πιο σύγχρονη, blockbuster προσέγγιση, με έμφαση στην απομόνωση και στην ψυχολογική διάσταση του πρωταγωνιστή, αλλά με επίσης σημαντικές αποκλίσεις από το πρωτότυπο. Κατά τη γνώμη μας, αξίζει να παρακολουθήσετε πρώτα την εκδοχή του 1964 που δεν θυσιάζει τα μηνύματα για να αναδείξει στοιχεία περιττής έντασης και δράσης, που αποτελούν σήμα κατατεθέν του σύγχρονου Χόλιγουντ, αλλά που δεν λειτουργούν επαρκώς στην απόδοση που θα παρακολουθήσουμε σήμερα στο OPEN.
