Ο Ρομπέν των Δασών απέναντι στον εαυτό του: μύθος, βία και αγωνία για εξιλέωση στη νέα ταινία του Σαρνόσκι

Η ταινία Ο Θάνατος του Robin Hood του Μάικλ Σαρνόσκι (Pig, A Quiet Place: Day One) εγγράφεται σε μια σπάνια κατηγορία σύγχρονων κινηματογραφικών αναγνώσεων του μεσαιωνικού μύθου, καθώς δεν επιχειρεί απλώς μια ρεαλιστική, πέρα από τον μύθο, απόδοση του Ρομπέν των Δασών, αλλά μια συστηματική αποδόμηση του χαρακτήρα επιστρέφοντας σχεδόν βίαια στις πρώιμες εκδοχές της μπαλάντας Robin Hood’s Death και μετατρέποντας το υλικό τους σε υπαρξιακό δράμα ενοχής και ιστορικής κόπωσης. Ο Ρομπέν εδώ, τον οποίο ενσαρκώνει ο σπουδαίος και αγαπημένος Χιου Τζάκμαν (Βαν Χέλσινγκ, The Prestige, Γούλβεριν, Λόγκαν) δεν είναι ούτε ο ευγενής ληστής της λαϊκής φαντασίας ούτε ο ρομαντικός επαναστάτης της ύστερης βικτωριανής λογοτεχνίας, αλλά ένας άνθρωπος που έχει ήδη καταρρεύσει μέσα στο ίδιο του το αφήγημα, ένας άνδρας που κουβαλά τη βία όχι ως απόδειξη ενός ηρωικού και ρομαντικού παρελθόντος, αλλά ως ηθικό και συναισθηματικό βάρος που τον εξαντλεί και τον απογοητεύει, καθώς αυτή η βία αναπαράγει τον ίδιο της τον κύκλο χωρίς να του προσφέρει καμία ψυχική γαλήνη ούτε κάποιο νόημα στη ζωή για το οποίο θα άξιζε να αγωνιστεί, στοιχείο που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια της ταινίας.

Σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες μυθολογικές προσθήκες που παγιώθηκαν μέσα από τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τη μαζική κουλτούρα του 20ού, η ταινία απογυμνώνει τον μύθο από τη εξιδανίκευση και τον επαναφέρει σε ένα πρωτογενές επίπεδο όπου κυριαρχεί η προδοσία, η σωματική φθορά και η αμφισημία της δικαιοσύνης. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς αισθητική αλλά συνειδητή και βαθιά ιστορικο-ιδεολογική, καθώς η ίδια η αφήγηση -αλλά και η ιστορία του χαρακτήρα, που αξίζει να την αναζητήσετε- αναγνωρίζει ότι ο ίδιος ο μύθος του Ρομπέν των Δασών δεν είναι ενιαίος αλλά προϊόν συνεχών μετασχηματισμών, από τις ανώνυμες μεσαιωνικές μπαλάντες του 14ου αιώνα έως τις λογοτεχνικές ανασυνθέσεις που τον ενέταξαν στο πλαίσιο των Σταυροφοριών και της σύγκρουσης με τον πρίγκιπα Ιωάννη, στοιχείο που η ταινία αξιοποιεί όχι ως απλό ιστορικό υπόβαθρο αλλά ως μηχανισμό επαναπροσέγγισης και αποσταθεροποίησης της ίδιας της μυθολογικής του συνέχειας. Η ταινία αξιοποιεί αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, χωρίς να εμβαθύνει, ως δραματουργικό μηχανισμό αποσταθεροποίησης του μύθου, ενώ παράλληλα χτίζει πάνω του τον κινηματογραφικό μύθο του κουρασμένου και γερασμένου Ρομπέν.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία της Τζόντι Κόμερ (Killing Eve, Η τελευταία μονομαχία) στον ρόλο της ηγουμένης δεν λειτουργεί ως απλή δραματική ενσάρκωση αλλά ως φορέας μιας έμμεσης ιστορικής μνήμης της βίας, καθώς η σχέση της με τον Ρομπέν δεν οργανώνεται γύρω από τη λογική της εκδίκησης αλλά γύρω από μια αργή, σχεδόν τελετουργική διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης του τραύματος. Η επιλογή του μοναστηριού ως κεντρικού χωρικού άξονα παραπέμπει άμεσα στην πρωτογενή μπαλάντα, όπου η πράξη της αφαίμαξης λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός θεραπείας και προδοσίας, εδώ όμως μετασχηματίζεται σε μεταφορά για την ίδια την αποστράγγιση της ζωής του μύθου από το ιστορικό του περιεχόμενο. Παράλληλα, ο Λιτλ Τζον, τον οποίο υποδύεται ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ (It, The Divergent Series: Allegiant) απομακρύνεται επίσης από την παραδοσιακή του λειτουργία ως πιστού υπαρχηγού και μετατρέπεται σε μια φιγούρα ριζικά αποκομμένη από τον μύθο, ένας άνθρωπος που έχει ήδη εγκαταλείψει την παλιά του ταυτότητα αλλά αδυνατεί να επιβιώσει έξω από αυτήν, καθώς εξακολουθεί να φέρει το βάρος των υλικών συνεπειών των δολοφονικών πράξεων τόσο του Ρομπέν όσο και των δικών του. Η επιστροφή του δεν ενεργοποιεί την επανένωση της «χαρούμενης παρέας» του Σέργουντ αλλά, αντίθετα, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι οι σχέσεις που συγκροτήθηκαν μέσα στη βία δεν μπορούν να αντέξουν έξω από αυτήν, καθώς κάθε δεσμός φέρει ήδη εντός του το ίχνος της ηθικής του διάλυσης και κατάπτωσης. Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ο Ρομπέν και ο Λιτλ Τζον παρουσιάζονται ως τέρατα ή ως άνθρωποι χωρίς ηθική. Αντίθετα, πρόκειται για χαρακτήρες με συναισθήματα, αγωνίες και φόβους, οι οποίοι αναπτύσσουν μια βαθιά σχέση τόσο μεταξύ τους όσο και με τη μικρή Μάργκαρετ, την οποία η Φέιθ Ντιλέινι υποδύεται με χαρακτηριστική άνεση.

Στο επίπεδο της αφήγησης, η ταινία οργανώνεται γύρω από τρία βασικά μοτίβα της μπαλάντας Robin Hood’s Death, την αφαίμαξη, την άρνηση της εκδίκησης και το τελευταίο βέλος, ωστόσο το καθένα από αυτά τα μοτίβα υφίσταται μια κρίσιμη μετατόπιση μέσα στο νέο δραματουργικό πλαίσιο, καθώς η αφαίμαξη δεν λειτουργεί πλέον ως απλή ιατρική πράξη αλλά ως συμβολική απογύμνωση της ίδιας της δυνατότητας του μύθου να ανανεώνεται, η άρνηση της εκδίκησης δεν εγγράφεται ως ηθική υπεροχή αλλά ως εξάντληση της βίας ως συστήματος νοήματος, και το τελευταίο βέλος, αντί να κορυφώνει ηρωικά την αφήγηση, μετατρέπεται σε χειρονομία παράδοσης που ολοκληρώνει όχι τη δόξα αλλά την ίδια την εξάντληση της αφήγησης. Παράλληλα, η παρουσία του Μάρεϊ Μπάρτλετ, του Νόα Τζουπ και της Ντιλέινι ενισχύουν τη διάσταση του μύθου, καθώς οι δευτερεύοντες χαρακτήρες δεν συγκροτούν απλώς αφηγηματικές μονάδες δράσης αλλά φορείς μιας διαγενεακής μετάδοσης της βίας, η οποία δεν διακόπτεται αλλά μετασχηματίζεται μέσα στον χρόνο. Ειδικά η μορφή της Μάργκαρετ όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τη σχέση της με τον Ρομπέν, λειτουργεί ως το σημείο όπου η μυθολογική κληρονομιά μετατρέπεται σε ηθικό βάρος, καθώς ο ήρωας επιχειρεί να της μεταδώσει όχι τη δόξα αλλά την ικανότητα επιβίωσης μέσα σε έναν κόσμο που δεν επιτρέπει πλέον καθαρές αφηγήσεις.

Η σκηνοθεσία του Σαρνόσκι στηρίζεται σε μια υλική, σχεδόν ψυχρή αισθητική, όπου το δάσος δεν λειτουργεί πια ως χώρος ελευθερίας αλλά ως πεδίο φθοράς, ένα περιβάλλον στο οποίο η ιστορία δεν εξελίσσεται αλλά αποσυντίθεται σταδιακά. Οι σκηνές δράσης, αν και σχετικά λίγες -θα μπορούσαν να είναι περισσότερες- είναι ρεαλιστικές, ωμές και αφοπλιστικά βίαιες, αποτυπώνοντας με πειστικότητα τη σκληρότητα του Μεσαίωνα. Η βία δεν λειτουργεί ως θέαμα, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο μιας εποχής όπου η επιβίωση ήταν καθημερινός αγώνας και η ανθρώπινη ζωή είχε συχνά μικρή αξία. Σε έναν κόσμο χωρίς θεσμικές εγγυήσεις και πραγματική δικαιοσύνη, η ωμή δύναμη, η επιβολή και η ικανότητα να σκοτώσεις ή να επιβιώσεις καθόριζαν, πολλές φορές, την ίδια την ύπαρξη. Η ταινία διαθέτει ατμόσφαιρα και αισθητική αρτιότητα, ενώ ενσωματώνει και ορισμένες εμπνευσμένες ιδέες, οι οποίες όμως δεν αναπτύσσονται πλήρως και συχνά μένουν στο επίπεδο της πρόθεσης. Πρόκειται για μια σκηνοθετικά ενδιαφέρουσα επιλογή, η οποία όμως σε ορισμένα σημεία αποδυναμώνει τη συνοχή του σεναρίου, καθώς η υπερβολική διάρκεια συγκεκριμένων σκηνών επιβαρύνει τον ρυθμό και δημιουργεί στιγμές σύγχυσης για τον θεατή. Η απουσία εξιδανίκευσης στη φωτογραφία και η αποφυγή ηρωικών συνθέσεων ενισχύουν την αίσθηση ότι ο μύθος δεν αναπαρίσταται αλλά αμφισβητείται, στοιχείο που λειτουργεί ως σαφές προτέρημα της ταινίας.

Ωστόσο, το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ταινίας δεν βρίσκεται τόσο στην αισθητική της όσο στη στάση της απέναντι στον ίδιο τον μύθο του Ρομπέν των Δασών. Η αφήγηση δείχνει ότι κάθε ιστορικός μύθος λειτουργεί και ως τρόπος συγκάλυψης της βίας που τον γέννησε και ότι η διαρκής αναπαραγωγή του δεν είναι απλή πολιτισμική συνέχεια αλλά και διαδικασία εξοικείωσης με τη σύγκρουση ως αφήγηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ρομπέν δεν αποδομείται μόνο ως χαρακτήρας αλλά και ως ιδέα, ως μια μορφή που προσπαθεί να μετατρέψει τη βία σε δικαιοσύνη χωρίς ποτέ να ξεφύγει πραγματικά από αυτήν.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που κινείται ανάμεσα σε μια ιστορική διερεύνηση και μια υπαρξιακή αλληγορία, όπου ο θάνατος στο τέλος δεν δίνει πάντα κάθαρση αλλά δείχνει ότι ο μύθος μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μόνο μέσα από τη φθορά και την αποσύνθεση των ίδιων του των όρων. Κατά τη γνώμη μας, η ταινία θα μπορούσε να εστιάσει περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται ο μύθος του Ρομπέν, τον οποίο ο ίδιος, μέσα στην αφήγηση, εμφανίζεται να αναγνωρίζει ως σε μεγάλο βαθμό δική του κατασκευή. Ασφαλώς, πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή του σκηνοθέτη να μην αναπτύξει περαιτέρω αυτή τη διάσταση, πιθανώς επειδή ο μύθος θεωρείται ήδη γνωστός στο κοινό. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι ούτε ο ίδιος ο Ρομπέν μένει αλώβητος από τις δικές του παρανοήσεις, καθώς πραγματικά περιστατικά της ζωής του και συγκεκριμένες συγκρούσεις τα αποδίδει στον μεταγενέστερο λαϊκό σχολιασμό και στις παραμορφώσεις που αυτός επέφερε με την πάροδο του χρόνου, όπως δείχνει χαρακτηριστικά μια από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας, η οποία, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί και την κορυφαία στιγμή ολόκληρου του έργου. Η συμβολή του Χιου Τζάκμαν είναι καθοριστική. Πρόκειται για έναν ηθοποιό που δεν συμβιβάζεται με όσα έχει ήδη κατακτήσει σε προηγούμενους ρόλους του, καθώς η ερμηνεία του δεν επιδιώκει τη δραματική έξαρση, αλλά τη σταδιακή υποχώρηση του ηρωισμού προς μια κατάσταση σωματικής και ψυχικής εξάντλησης, όπου κάθε χειρονομία μοιάζει ήδη καθυστερημένη απέναντι στην ίδια την Ιστορία.

Έτσι, η ταινία δεν λειτουργεί απλώς ως ακόμη μία εκδοχή του Ρομπέν των Δασών, αλλά περισσότερο ως κριτική του ίδιου του τρόπου με τον οποίο οι πολιτισμικές αφηγήσεις οργανώνουν και ανασυνθέτουν τη μνήμη της βίας, μετατρέποντας έναν μεσαιωνικό ληστή σε καθρέφτη σύγχρονων αντιφάσεων γύρω από την εξουσία, τη δικαιοσύνη και την ηθική νομιμοποίηση της σύγκρουσης. Επιπλέον, η ταινία μπορεί να διαβαστεί και ως μια άτυπη απάντηση στο πώς κατασκευάζονται τέτοιου τύπου έργα σε μια εποχή όπου η αποδόμηση ή, αν θέλετε, η επανεξέταση του μύθου δεν ακολουθεί πάντα τις πιο συνεκτικές ή παραγωγικές διαδρομές, ακόμη κι αν αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα συνειδητή πρόθεση του σκηνοθέτη. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η ταινία ανοίγει περισσότερο ένα πεδίο προβληματισμού, παρά διατυπώνει μια σαφή κινηματογραφική θέση. Θα μπορούσε να είναι καλύτερη; Πολύ πιθανό. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για ένα έργο που αξίζει να το παρακολουθήσετε, να συζητήσετε γι’ αυτό και, κυρίως, να μην το ξεχάσετε εύκολα.

Βαθμολογία: 6,5/10

(Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece)

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link