Ένα κλειστοφοβικό θρίλερ για τον φόβο του αγνώστου, τους πολλαπλούς εγκλεισμούς και μια οικογένεια που μαθαίνει να επιβιώνει μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος έχει πάψει να υπακούει στους κανόνες της
Υπάρχουν ταινίες που ξεκινούν από μια ιδέα τόσο απλή, ώστε σχεδόν να τρομάζει η δυνατότητα που έχουν να την κάνουν σύνθετη: τι θα συνέβαινε αν μια μέρα ξυπνούσαμε και ανακαλύπταμε ότι δεν μπορούμε να φύγουμε από το σπίτι μας; Όχι επειδή μας το απαγορεύει κάποια κυβέρνηση, κάποια αστυνομική δύναμη ή κάποια υγειονομική οδηγία, αλλά επειδή η ίδια η πραγματικότητα και οι δυνάμεις της φύσης έχουν κλείσει όλες τις εξόδους. Κι έτσι φτάνουμε σε μία κατάσταση, όπου οι πόρτες δεν ανοίγουν, τα παράθυρα δεν οδηγούν πουθενά, η επικοινωνία με τον έξω κόσμο διακόπτεται απότομα και οριστικά και, όσο περνούν οι ημέρες, γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να καταλάβεις αν είσαι προστατευμένος μέσα στο σπίτι ή απλώς έχεις μετατρέψει μόνος σου τη φυλακή σου σε καταφύγιο.
Αυτή είναι η αφετηρία του The Last House (Το Τελευταίο Σπίτι), της νέας ταινίας του Λουί Λετεριέ για το Netflix, με την Γκρέτα Λι και τον Βάγκνερ Μόουρα στους κεντρικούς ρόλους, και είναι μια αφετηρία που η ταινία αξιοποιεί πολύ καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς από μια παραγωγή που θα μπορούσε εύκολα να περιοριστεί σε ένα ακόμη μετα-καταστροφικό θρίλερ επιβίωσης. Γιατί το ενδιαφέρον εδώ δεν βρίσκεται μόνο στο τι υπάρχει έξω από το σπίτι (όπως θα έλεγε και ο πράκτορας Μόλντερ των X-Files «Η αλήθεια βρίσκεται εκεί έξω») , αλλά και στο τι αρχίζει να συμβαίνει μέσα του, στους ανθρώπους που αναγκάζονται να ζήσουν μαζί για χρόνια, χωρίς να μπορούν να φύγουν, χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν με κανέναν και χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς έχει συμβεί στον κόσμο. Και κάπου εκεί το Tελευταίο Σπίτι γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον από την απλή ιστορία που περιγράφει η σύνοψή του.
Το σπίτι ως καταφύγιο και ως φυλακή
Η ταινία δεν χάνει χρόνο: Ο Τζέισον και η Άν, μαζί με τα δύο παιδιά τους, ανακαλύπτουν ότι το σπίτι τους έχει μετατραπεί σε έναν ασφυκτικά κλειστό χώρο από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή, ενώ η ίδια παράξενη κατάσταση φαίνεται να έχει επηρεάσει και τα γειτονικά σπίτια. Η βροχή, η υγρασία και το νερό συνδέονται με μια αόρατη δύναμη που μοιάζει να έχει αλλάξει τους φυσικούς κανόνες του κόσμου, ενώ έξω από τα σπίτια αρχίζουν να εμφανίζονται πλάσματα που δεν μοιάζουν να ανήκουν σε αυτόν. Και είναι εδώ που το σπίτι αποκτά σχεδόν την ιδιότητα ενός ακόμη χαρακτήρα της ταινίας. Δεν είναι απλώς ο χώρος στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Αντίθετα, το σπίτι αλλάζει μαζί με την οικογένεια, φθείρεται, μεταμορφώνεται, πλημμυρίζει, βυθίζεται και σταδιακά καταλαμβάνεται από τις ανάγκες των ανθρώπων που κατοικούν μέσα του. Η κουζίνα, το σαλόνι, η σοφίτα, οι σωλήνες, το πάτωμα και οι τοίχοι αποκτούν μια νέα διαφορετική σημασία όσο περνούν τα χρόνια, καθώς ο χώρος της καθημερινότητας μετατρέπεται σε χώρο επιβίωσης.
Όλο αυτό λειτουργεί ιδιαίτερα καλά επειδή η ταινία δεν αντιμετωπίζει τον εγκλεισμό ως μία και μοναδική κατάσταση – όπως και δεν είναι, άλλωστε. Υπάρχει ο προφανής φυσικός εγκλεισμός, υπάρχει ο φόβος να βγεις έξω, υπάρχει η ανάγκη να προστατεύσεις τα παιδιά σου, υπάρχει η σταδιακή αποκοπή από την κοινωνία αλλά υπάρχει όμως και ακόμα ένας εγκλεισμός, πιο σιωπηλός και ίσως πιο οικείος, γι’ αυτό και πιο επικίνδυνος: η αδυναμία επικοινωνίας με τον άλλο. Οι άνθρωποι που ζουν λίγα μέτρα ο ένας από τον άλλο δεν γνωρίζονται πραγματικά. Οι γείτονες υπάρχουν πίσω από παράθυρα και τοίχους, όπως υπήρχαν πάντοτε στις σύγχρονες πόλεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν κοινότητα – προσέξτε, η έννοια της κοινότητας δεν είναι άγνωστη στις ΗΠΑ. Η καταστροφή απλώς αφαιρεί την ψευδαίσθηση ότι η συνύπαρξη και ενίοτε το κουτσομπολιό συνοδευόμενο από κακό χιούμορ, όπως θα δούμε στην αρ´χη της ταινίας, ισοδυναμεί με κάποιου είδους κοινωνική σχέση. Και αν αυτό θυμίζει κάτι από την προ κρίσης καθημερινότητα, όπου μπορούσε κανείς να κατοικεί επί χρόνια δίπλα σε ανθρώπους των οποίων δεν γνώριζε ούτε το όνομα, δεν είναι τυχαίο.

Το Τελευταίο Σπίτι υιοθετεί με εμφανή διάθεση δημιουργικής αξιοποίησης αρκετά από τα στοιχεία της λογοτεχνικής παράδοσης του Χ. Φ. Λάβκραφτ, χωρίς να επιχειρεί να μεταφέρει μηχανικά τη μυθολογία του στη σύγχρονη εποχή. Το άγνωστο παραμένει άγνωστο, τα πλάσματα δεν αποκτούν μια βολική και πλήρη εξήγηση, η φύση τους δεν ξεκαθαρίζεται με τρόπο που να εξουδετερώνει το μυστήριο και ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να ερμηνεύσει με τα εργαλεία που διαθέτει. Και αυτό αποτελεί έα από τα πιο δυνατά στοιχεία της ταινίας καθώς ο τρόμος δεν προέρχεται μόνο από το ενδεχόμενο να δεχτείς επιτεθεί από ένα άγνωστο πλάσμα. Προέρχεται κυρίως από το ότι δεν γνωρίζεις τι είναι, από πού ήρθε, τι θέλει και ποιοι κανόνες διέπουν τη συμπεριφορά του. Η θάλασσα, το νερό, η βροχή και οι παράξενες μορφές που εμφανίζονται μέσα σε αυτά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα όπου το φυσικό περιβάλλον παύει να είναι ουδέτερο και γίνεται ενός ακόμα σημείο μιας κοσμικής απειλής.
Σε αυτό το σημείο, η ταινία βρίσκεται πιο κοντά στη λαβκραφτιανή λογική απ’ όσο θα μπορούσε να υποδηλώνει η επιφανειακή της περιγραφή: Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπος με ένα τέρας τόσο παλιό όσο και ο πλανήτης Γη αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατάρρευση της βεβαιότητάς του ότι ο κόσμος είναι εύκολος στην κατανόηση. Κατά συνέπεια, η οικογένεια μπορεί να οργανώσει την τροφή της, να ανακυκλώσει το νερό, να καλλιεργήσει λαχανικά, να κατασκευάσει παγίδες και να βρει τρόπους να επιβιώσει, αλλά δεν μπορεί να δώσει καμία εξήγηση για τις νέες συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει.
Η κοινωνία της αφθονίας όταν τελειώνει η αφθονία
Η ταινία λειτουργεί επίσης ως έμμεσο κοινωνικό σχόλιο πάνω στην κοινωνία της αφθονίας. Στην αρχή υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, υπάρχει νερό, υπάρχουν τρόφιμα, υπάρχει η αίσθηση ότι τα βασικά συστήματα συνεχίζουν να λειτουργούν και ότι, επομένως, η κατάσταση μπορεί κάποτε να επανέλθει στην κανονικότητα. Μόνο που η κανονικότητα δεν επιστρέφει ποτέ. Η οικογένεια αρχίζει να μετρά τις προμήθειες, να καλλιεργεί μέσα στο σπίτι, να ανακυκλώνει το νερό, να κατασκευάζει μηχανισμούς, να χρησιμοποιεί ό,τι έχει διαθέσιμο και, τελικά, να μαθαίνει να ζει με την απουσία όλων εκείνων των πραγμάτων που μέχρι χθες θεωρούνταν αυτονόητα. Το σπίτι, από σύμβολο ασφάλειας και κατανάλωσης, γίνεται μια μικρή αυτάρκης μονάδα επιβίωσης.
Ακόμη και η κατάρρευση του ηλεκτρικού δικτύου αποκτά έτσι μια ιδιαίτερη σημασία: η σύγχρονη κοινωνία μπορεί να μοιάζει απεριόριστα ισχυρή όσο οι υποδομές της λειτουργούν, όμως όταν αυτές αρχίζουν να υποχωρούν, η αίσθηση παντοδυναμίας εξαφανίζεται πολύ γρήγορα.

Εκεί όπου η ταινία κερδίζει περισσότερο είναι στους χαρακτήρες της. Με την Γκρέτα Λι και τον Βάγκνερ Μόουρα παρακολουθούμε δύο ανθρώπους οι οποίοι αναγκάζονται να μετακινηθούν ψυχολογικά από την αρχική αμηχανία και την προσπάθεια να προστατεύσουν την οικογένεια σε μια πολύ πιο σκληρή μορφή καθημερινότητας. Το ίδιο ισχύει και για τα παιδιά. Η Ρουθ και ο Γκρέιαμ δεν αποτελούν απλώς δύο συμπληρωματικές παρουσίες που υπάρχουν για να αυξάνουν το διακύβευμα των γονιών. Μεγαλώνουν μέσα σον εγκλεισμό, πράγμα που σημαίνει ότι η έννοια του «έξω κόσμου» αποκτά για εκείνα διαφορετική σημασία. Για έναν ενήλικο, ο εγκλεισμός σημαίνει απώλεια της προηγούμενης ζωής· για ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε αυτόν, ο εγκλεισμός κινδυνεύει να γίνει η ίδια η ζωή.
Οι ηθοποιοί λειτουργούν εδώ ως ένα πραγματικό σύνολο και όχι ως πρωταγωνιστής και δευτερεύοντες ρόλοι: Ο καθένας αποδίδει με διαφορετικό τρόπο την ψυχολογική μετατόπιση που προκαλεί η κατάσταση, από τον φόβο στην προσαρμογή, από την προσαρμογή στην απελπισία και από την απελπισία στην ανάγκη για μια τελευταία πράξη που θα ανοίξει ξανά έναν δρόμο προς τα έξω και, ας είμαστε ειλικρινείς, προς την ελευθερία. Και αυτό γίνεται χωρίς να χρειάζεται η ταινία να καταφεύγει διαρκώς σε μεγάλες δραματικές εξάρσεις. Άλλωστε ο ρυθμός και η ένταση χτίζονται περισσότερο μέσα από τη διάρκεια, τη φθορά και τη συσσώρευση των προβλημάτων.

Οπτικά, η ταινία αξιοποιεί αποτελεσματικά τα ψηφιακά εφέ της, κυρίως επειδή δεν τα μετατρέπει όλα σε επίδειξη. Τα πλάσματα, το νερό, οι καταστροφές και η σταδιακή μεταμόρφωση του περιβάλλοντος υπηρετούν την αίσθηση ότι ο κόσμος έχει γίνει ένας τόπος εχθρικός και ακατανόητος. Η βροχή αποκτά ιδιαίτερη λειτουργία. Δεν είναι πλέον ένα φυσικό φαινόμενο αλλά ένα προειδοποιητικό σημάδι, ένας μηχανισμός που ενεργοποιεί τον φόβο και αναγκάζει την οικογένεια να προσαρμόσει τη ζωή της. Και όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται, τόσο περισσότερο αλλάζει η σημασία της: από καιρικό φαινόμενο γίνεται συνώνυμο της απειλής.
Η μουσική κινείται στην ίδια κατεύθυνση, χωρίς να προσπαθεί να κλέψει την παράσταση από την εικόνα. Είναι ταιριαστή με το είδος, υποστηρίζει την αίσθηση της απομόνωσης και συμβάλλει στη δημιουργία εκείνης της παράξενης ισορροπίας ανάμεσα στην προσωρινή ελπίδα και στην επικείμενη καταστροφή.
Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το Τελευταίο Σπίτι υποχωρεί αισθητά σε σχέση με τις δυνατότητες που έχει δημιουργήσει, αυτό είναι το κλείσιμό του. Χωρίς να χρειάζεται να αποκαλύψουμε περισσότερα, μπορούμε να πούμε ότι ηη ταινία επιλέγει τελικά έναν δρόμο συμφιλίωσης και αμοιβαίας κατανόησης, ο οποίος, αν και έχει μια εσωτερική λογική μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία, μοιάζει υπερβολικά εύκολος σε σχέση με τον τρόμο που είχε προηγηθεί. Η ιδέα ότι μια πράξη καλοσύνης μπορεί να μεταβάλει τη σχέση ανθρώπου και πλάσματος δεν είναι από μόνη της κακή. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι, όταν έρχεται τόσο κοντά στο τέλος, περιορίζει την αίσθηση του αγνώστου που είχε προηγουμένως κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα.
Με άλλα λόγια, το λαβκραφτιανό στοιχείο υποχωρεί ακριβώς τη στιγμή που θα μπορούσε να κορυφωθεί! Ο φόβος απέναντι σε κάτι που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε αντικαθίσταται από μια μορφή αμοιβαίας κατανόησης και η κοσμική και δολοφονική αδιαφορία του αγνώστου μετατρέπεται σε μια πολύ πιο ανθρώπινη λογική: κάναμε μια καλή πράξη, άρα ίσως υπάρχει ένας τρόπος να συνεννοηθούμε. Είναι μια επιλογή που δεν λειτουργεί καταστροφικά για την ταινία, αλλά είναι αναμφίβολα μια χαμένη ευκαιρία. Στο κλείσιμο, η τελευταία μετακίνηση της οικογένειας προς τον πλημμυρισμένο κόσμο, με το πλοίο και την αναζήτηση άλλων επιζώντων, λειτουργεί περισσότερο ως υπόσχεση για μια πιθανή συνέχεια – στις οθόνες – παρά ως κορύφωση όσων προηγήθηκαν.

Μια ταινία με αδυναμίες, αλλά κάτι έχει να πει
Το Τελευταίο Σπίτι δεν είναι μια τέλεια ταινία και δεν χρειάζεται να την αντιμετωπίσουμε σαν τέτοια. Υπάρχουν στιγμές υπερβολής, ορισμένες επιλογές που θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο και, κυρίως, ένα τέλος που δεν δικαιώνει πλήρως τη σκοτεινή και μυστηριώδη διαδρομή που έχει προηγηθεί. Όμως είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή ιστορία ανθρώπων που κλείστηκαν σε ένα σπίτι και περιμένουν να τελειώσει η καταστροφή καθώς έχει ατμόσφαιρα, έχει αγωνία, έχει μια πραγματική αίσθηση απελπισίας, αλλά και εκείνες τις μικρές ανάσες προσωρινής ελπίδας και χαράς που καλλιεργούν ένα πλήθος από αυταπάτες και ψεύτικες βεβαιότητες ώστε να κάνουν την επόμενη απειλή να λειτουργεί αποτελεσματικότερα. Κυρίως, καταφέρνει να μετατρέψει έναν κλειστό χώρο σε ολόκληρο κόσμο και τον εγκλεισμό σε κάτι περισσότερο από φυσικό περιορισμό.
Συμπερασματικά, μπορεί κανείς να δει σε αυτόν τον εγκλεισμό την πανδημία, μπορεί να δει την κοινωνική απομόνωση, την αποσύνδεση των ανθρώπων από τους γύρω τους, την εύθραυστη ασφάλεια της κοινωνίας της αφθονίας, την οικογένεια ως καταφύγιο αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης, ακόμη και την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχθεί ότι δεν είναι το κέντρο ενός κόσμου που οφείλει να του εξηγεί τους κανόνες του. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ενδιαφέρουσα ιδιότητα της ταινίας: δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς με όλες τις επιλογές της για να αναγνωρίσει ότι υπάρχει κάτι κάτω από την επιφάνεια. Το Τελευταίο Σπίτι δεν φτάνει πάντοτε εκεί που θα μπορούσε να φτάσει, αλλά τουλάχιστον έχει την καλή συνήθεια να προσπαθήσει για αυτό.
Έτσι κι αλλιώς, σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού τρόμου αρκείται στο να μας πει από τι πρέπει να φοβόμαστε, δεν είναι μικρό πράγμα μια ταινία να μας θυμίζει ότι ίσως ο πραγματικός τρόμος αρχίζει όταν καταλάβουμε πως δεν γνωρίζουμε πλέον ούτε τι είναι ο κόσμος ούτε ποιοι είμαστε εμείς μέσα σε αυτόν. Γιατί τελικά, το τελευταίο σπίτι δεν είναι απαραίτητα το τελευταίο ασφαλές σπίτι. Μπορεί να είναι απλώς το τελευταίο μέρος όπου εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι είμαστε ασφαλείς μέχρι το τέλος. Ή, ίσως, μέχρι μια νέα αρχή.
Βαθμολογία: 7/10
Ειρηναίος Μαράκης, για τη Viral Greece

