Το εφετείο επιβεβαίωσε την ενοχή της για την υπόθεση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, μείωσε όμως την περίοδο αποκλεισμού της από την εκλογική διαδικασία, αφήνοντας ανοιχτό ένα περιορισμένο περιθώριο για νέα υποψηφιότητα
Το γαλλικό εφετείο επικύρωσε την καταδίκη της Μαρίν Λεπέν για την υπόθεση της παράνομης χρήσης κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μειώνοντας ωστόσο σημαντικά την περίοδο αποκλεισμού της από την εκλογική διαδικασία. Η απόφαση διατηρεί ανοιχτό, έστω και με σημαντικούς περιορισμούς, το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία της Γαλλίας στις εκλογές του 2027, μια προοπτική που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αβέβαιη μετά την αρχική καταδίκη της. Το δικαστήριο επέβαλε στη 57χρονη ηγέτιδα του ακροδεξιού κόμματος Εθνικός Συναγερμός ποινή φυλάκισης τριών ετών, με τα δύο χρόνια να έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα και το ένα έτος να προβλέπει κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονικό βραχιόλι παρακολούθησης. Παράλληλα, της επιβλήθηκε πρόστιμο 100.000 ευρώ, ενώ η απαγόρευση άσκησης εκλογικών δικαιωμάτων μειώθηκε στους 15 μήνες, με τους υπόλοιπους 30 μήνες να τίθενται σε αναστολή.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σύνθετο πολιτικό και πρακτικό πρόβλημα για τη Λεπέν. Η ίδια είχε δηλώσει πριν από την απόφαση ότι δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει σε προεκλογική εκστρατεία εάν οι περιορισμοί στην κίνησή της καθιστούσαν αδύνατη την ελεύθερη παρουσία της σε συγκεντρώσεις και δημόσιες εμφανίσεις. «Αν μου επιτρέπεται να είμαι υποψήφια αλλά ουσιαστικά εμποδίζομαι να κάνω ελεύθερα εκστρατεία, τότε καταλαβαίνετε ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατό», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά. Δεν ξεκαθάρισε αμέσως μετά την απόφαση ποια θα είναι η τελική της επιλογή. Αναμένεται να τοποθετηθεί δημόσια σε τηλεοπτική συνέντευξη, ενώ στο εσωτερικό του κόμματός της έχει ήδη ξεκινήσει η συζήτηση για το ενδεχόμενο εναλλακτικής υποψηφιότητας, με τον πρόεδρο του κόμματος Ζορντάν Μπαρντελά να θεωρείται ο πιθανότερος διάδοχος σε περίπτωση που η Λεπέν αποφασίσει να αποσυρθεί.
Η υπόθεση αφορά ένα εκτεταμένο σύστημα κατάχρησης χρημάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο, σύμφωνα με την εισαγγελία, λειτουργούσε από το 2004 έως το 2016. Οι δικαστικές αρχές υποστήριξαν ότι η Λεπέν είχε κεντρικό ρόλο σε ένα οργανωμένο σύστημα εικονικών θέσεων εργασίας, μέσω του οποίου ευρωπαϊκά κονδύλια που προορίζονταν για κοινοβουλευτικούς βοηθούς διοχετεύονταν στην οικονομική ενίσχυση του κόμματος στη Γαλλία.
Σύμφωνα με την απόφαση, το ποσό της ζημιάς για τα ευρωπαϊκά ταμεία ανέρχεται περίπου στα 4,8 εκατ. ευρώ, ενώ οι δικαστές τόνισαν ότι η πρακτική αυτή έπληξε την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θεσμών και δημιούργησε άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Συνολικά, η Λεπέν και οι συγκατηγορούμενοί της καλούνται να επιστρέψουν σχεδόν 2 εκατ. ευρώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και επιπλέον αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα. Η Λεπέν είχε αρνηθεί ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο απάτης, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα της δεν δημιούργησε κάποιο «σύστημα» παράνομης χρηματοδότησης. Οι εισαγγελείς, αντίθετα, υποστήριξαν ότι επρόκειτο για ένα «σχεδιασμένο», «κεντρικά ελεγχόμενο» και σχεδόν «βιομηχανικής κλίμακας» σύστημα διοχέτευσης ευρωπαϊκών χρημάτων προς το εσωτερικό του κόμματος.
Η αρχική καταδίκη, τον Μάρτιο του 2025, προέβλεπε πενταετή αποκλεισμό από δημόσια αξιώματα, γεγονός που θα την απέκλειε ουσιαστικά από την προεδρική κούρσα. Η έφεση άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα, καθώς η νέα απόφαση αφήνει θεωρητικά ανοιχτό το ενδεχόμενο υποψηφιότητάς της. Ωστόσο, ο περιορισμός με ηλεκτρονικό βραχιόλι παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό, καθώς η ίδια έχει δηλώσει ότι υπό τέτοιες συνθήκες δεν θα μπορούσε να διεξαγάγει κανονική προεκλογική εκστρατεία.
Η πολιτική σημασία της απόφασης ξεπερνά την προσωπική τύχη της Λεπέν. Η Γαλλία αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πυρηνική δύναμη με σημαντικό στρατιωτικό ρόλο, γεγονός που εξηγεί γιατί οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Η Λεπέν και ο Μπαρντελά βρίσκονται εδώ και μήνες στις πρώτες θέσεις των δημοσκοπήσεων για τις εκλογές του 2027, προκαλώντας ανησυχία στις Βρυξέλλες λόγω των ευρωσκεπτικιστικών και εθνικιστικών θέσεων του κόμματος. Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι ο Μπαρντελά θα μπορούσε να εμφανιστεί ως πιο μετριοπαθής επιλογή σε σχέση με τη Λεπέν, ενώ άλλοι εκτιμούν ότι η πολιτική του απειρία μπορεί να αποτελέσει μειονέκτημα. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του εφετείου δεν έδωσε την οριστική απάντηση που αναμενόταν για το ποιος θα είναι ο υποψήφιος της γαλλικής ακροδεξιάς στις προεδρικές εκλογές.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει επίσης έντονη αντιπαράθεση γύρω από τη σχέση δικαιοσύνης και πολιτικής. Η Λεπέν χαρακτήρισε την αρχική απόφαση «πολιτική επίθεση» και υποστήριξε ότι επιχειρείται να εμποδιστεί η συμμετοχή της σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα μπορούσε να κερδίσει. Από την πλευρά τους, οι δικαστικές αρχές απέρριψαν τις κατηγορίες περί πολιτικής σκοπιμότητας, υποστηρίζοντας ότι εφαρμόζουν τον νόμο που έχει ψηφιστεί από το γαλλικό κοινοβούλιο και ότι οι επιθέσεις κατά της δικαιοσύνης υπονομεύουν τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών.
Ακόμα, η υπόθεση αναδεικνύει την επιεδείνωση της μαλροχρόνιας πολιτικής κρίσης στην Ευρώπη, όπου η άνοδος της ακροδεξιάς συνυπάρχει με τη δυσπιστία απέναντι στους παραδοσιακούς θεσμούς και τα κόμματα εξουσίας. Επίσης, η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο αν η Λεπέν θα μπορέσει να συμμετάσχει στις εκλογές, αλλά αφορά και το κοινωνικό έδαφος που επιτρέπει σε ακροδεξιές δυνάμεις να εμφανίζονται ως εκπρόσωποι της λαϊκής δυσαρέσκειας, ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζονται πολιτικές που συχνά ενισχύουν τον εθνικισμό, το ρατσισμό, τον πόλεμο, τον αποκλεισμό και τη διάσπαση των εργαζόμενων τάξεων. Η αντιμετώπιση της ακροδεξιάς δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο σε δικαστικές διαδικασίες, αλλά απαιτεί πολιτική σύγκρουση με τις κοινωνικές αιτίες που τροφοδοτούν την ενίσχυσή της: την ανισότητα, την ανασφάλεια, την αποδυνάμωση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την απογοήτευση από ένα σύστημα που συχνά αφήνει χώρο στις πιο αντιδραστικές απαντήσεις.
(Φωτο: AFP)
