Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση ανάμεσα σε 32 οικονομίες ως προς τα Big Macs που μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον καθαρό ετήσιο μισθό του. Η κατάταξη αποτυπώνει τη χαμηλή αγοραστική δύναμη, αλλά δεν αποτελεί ολοκληρωμένο δείκτη κόστους ζωής.
Στην Ελλάδα, η τιμή του σουβλακιού έχει εξελιχθεί σε καθημερινό μέτρο της ακρίβειας. Στη Γερμανία αντίστοιχες συζητήσεις γίνονται για το ντονέρ, στην Ιταλία για τον εσπρέσο και στη Νότια Κορέα για το λάχανο που χρησιμοποιείται στην παρασκευή του κίμτσι.
Οι διαφορές στις καταναλωτικές συνήθειες, ωστόσο, δυσκολεύουν τις διεθνείς συγκρίσεις. Μια απλούστερη —αν και αναγκαστικά περιορισμένη— απάντηση επιχειρεί να δώσει ο δείκτης McWages του Economist, μετατρέποντας τους μισθούς διαφορετικών χωρών σε έναν κοινό και αναγνωρίσιμο «παρονομαστή»: το Big Mac.
Από τον Big Mac Index στον McWages
Ο γνωστός Big Mac Index δημιουργήθηκε από τον Economist το 1986 ως ένας εύληπτος τρόπος εξέτασης της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης.
Η βασική του ιδέα είναι ότι ένα σχεδόν τυποποιημένο προϊόν θα έπρεπε, θεωρητικά, να κοστίζει το ίδιο σε διαφορετικές χώρες όταν οι τιμές μετατρέπονται σε κοινό νόμισμα. Οι αποκλίσεις χρησιμοποιούνται ως ένδειξη ότι ένα νόμισμα ενδέχεται να είναι υποτιμημένο ή υπερτιμημένο.
Ο McWages εξετάζει ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσα Big Macs μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος κάθε χώρας με τον μισθό του;
Πώς γίνεται ο υπολογισμός
Ο δείκτης χρησιμοποιεί στοιχεία του ΟΟΣΑ για τον μέσο μισθό και υπολογίζει το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Για λόγους συγκρισιμότητας, το μοντέλο αφορά έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά. Το καθαρό ετήσιο εισόδημα διαιρείται στη συνέχεια με την τοπική τιμή ενός Big Mac.
Το αποτέλεσμα δεν εκφράζεται σε ευρώ ή δολάρια, αλλά στον αριθμό των μπέργκερ που μπορεί θεωρητικά να αγοράσει ο εργαζόμενος μέσα σε έναν χρόνο.
Η Ελλάδα στην προτελευταία θέση
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα. Η χώρα βρίσκεται μαζί με τη Σλοβακία στην 30ή θέση ανάμεσα στις 32 οικονομίες που εξετάστηκαν.
Ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος κερδίζει αρκετά ώστε να αγοράσει λιγότερα από 3.000 Big Macs τον χρόνο. Χαμηλότερα στην κατάταξη βρίσκεται μόνο το Μεξικό.
Η θέση αυτή δεν σημαίνει ότι ένας Έλληνας καταναλώνει —ή θα έπρεπε να καταναλώνει— χιλιάδες μπέργκερ. Ο αριθμός λειτουργεί ως μονάδα μέτρησης της σχέσης ανάμεσα στις αποδοχές και στην τιμή ενός ίδιου προϊόντος.
Πρώτες οι Ηνωμένες Πολιτείες σε ετήσια βάση
Στην κορυφή της κατάταξης των ετήσιων απολαβών βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο μέσος Αμερικανός εργαζόμενος μπορεί θεωρητικά να αγοράσει 10.215 Big Macs με το καθαρό ετήσιο εισόδημά του.
Ακολουθούν η Ελβετία και η Αυστραλία, χώρες που συνδυάζουν υψηλούς μισθούς με ισχυρή αγοραστική δύναμη, παρά το αυξημένο κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών τους.
Η εικόνα αλλάζει ανά ώρα εργασίας
Η ετήσια κατάταξη δεν λαμβάνει από μόνη της υπόψη πόσες ώρες εργάζονται οι πολίτες κάθε χώρας. Όταν ο υπολογισμός γίνεται με βάση την ωριαία αμοιβή, η Ελβετία περνά στην πρώτη θέση.
Ένας μέσος Ελβετός εργαζόμενος κερδίζει σε μία ώρα ποσό αντίστοιχο με την αξία περίπου επτά Big Macs. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η αναλογία είναι έξι και στην Αυστραλία πέντε.
Η διαφορά δείχνει γιατί οι υψηλές ετήσιες απολαβές δεν ισοδυναμούν πάντοτε με υψηλότερη αμοιβή για κάθε ώρα εργασίας.


Κερδισμένοι οι Λετονοί, χαμένοι οι Γερμανοί
Η σύγκριση με τα δεδομένα προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι εργαζόμενοι στη Λετονία βελτίωσαν αισθητά τη θέση τους. Σε σχέση με δύο χρόνια νωρίτερα, μπορούν να αγοράζουν περίπου ένα επιπλέον Big Mac για κάθε δύο ώρες εργασίας.
Αντίθετα, η σχετική αγοραστική δύναμη των Γερμανών περιορίστηκε. Οι μισθοί τους δεν αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό με την τιμή του Big Mac, με αποτέλεσμα να απαιτείται περισσότερος χρόνος εργασίας για την αγορά του.
Τι δείχνει — και τι δεν δείχνει — ο δείκτης
Ο McWages προσφέρει μια εύκολα κατανοητή εικόνα της σχέσης ανάμεσα στους μισθούς και σε ένα κοινό καταναλωτικό προϊόν. Δεν αποτελεί, όμως, πλήρη μέτρηση του βιοτικού επιπέδου.
Δεν συνυπολογίζει το κόστος στέγασης, ενέργειας, μεταφορών, υγείας και εκπαίδευσης. Δεν αποτυπώνει επίσης τις δημόσιες παροχές, τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, τις διαφορές μεταξύ μέσου και διάμεσου μισθού ή την εισοδηματική ανισότητα στο εσωτερικό κάθε χώρας.
Η τιμή ενός Big Mac επηρεάζεται ακόμη από τα ενοίκια των καταστημάτων, τους τοπικούς μισθούς, τη φορολογία, τον ανταγωνισμό, τις πρώτες ύλες και την εμπορική στρατηγική της McDonald’s. Τα δεδομένα και η μεθοδολογία του βασικού Big Mac Index δημοσιεύονται από τον Economist.
Παρά τους περιορισμούς του, ο δείκτης καταλήγει σε ένα γνώριμο συμπέρασμα για την Ελλάδα: οι ονομαστικές αποδοχές δεν αρκούν από μόνες τους. Αυτό που καθορίζει την καθημερινότητα είναι πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορούν πραγματικά να αγοράσουν.
