Μεγάλη πυρκαγιά εκδηλώθηκε το βράδυ της Παρασκευής 4 Σεπτεμβρίου 2026 στη Χειμάρρα, προκαλώντας ζημιές σε κατοικίες και αναγκάζοντας κατοίκους και τουρίστες να απομακρυνθούν από τις περιοχές που απειλούνταν. Οι ισχυροί άνεμοι, το δύσβατο έδαφος και το σκοτάδι δυσχέραναν σημαντικά το έργο των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Η φωτιά εξαπλώθηκε αρχικά στους λόφους κοντά στη συνοικία «1η Μαΐου», στην περιοχή της παράκαμψης της πόλης, και στη συνέχεια κινήθηκε προς το Ποτάμι. Κατοικίες, επιχειρήσεις και τουριστικές εγκαταστάσεις βρέθηκαν κοντά στο μέτωπο, ενώ η κυκλοφορία στον περιφερειακό δρόμο διακόπηκε ώστε να διευκολυνθούν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης. Η αστυνομία επέτρεπε τη διέλευση μόνο στις δυνάμεις που συμμετείχαν στην επιχείρηση.
Ο δήμαρχος Χειμάρρας, Βαγγέλης Τάβος, απηύθυνε επείγουσα έκκληση στους πολίτες να εγκαταλείψουν κατοικίες, επιχειρήσεις και άλλους χώρους που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Ζήτησε παράλληλα από τους κατοίκους να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και να ακολουθούν τις οδηγίες της αστυνομίας, της δημοτικής αστυνομίας, της Πυροσβεστικής και των υπηρεσιών επείγουσας ιατρικής βοήθειας. Η ανακοίνωση του δημάρχου δημοσιεύτηκε το βράδυ της 4ης Σεπτεμβρίου.
Οι πρώτες αναφορές έκαναν λόγο για μία ή δύο καμένες κατοικίες. Αργότερα, όμως, ο υπουργός Άμυνας της Αλβανίας, Ερμάλ Νούφι, δήλωσε ότι έξι κατοικίες είχαν καεί. Ανέφερε επίσης ότι δύο ηλικιωμένοι κινδύνευσαν μέσα σε σπίτι που περικυκλώθηκε από τις φλόγες, αλλά απομακρύνθηκαν εγκαίρως. Η μεταγενέστερη αποτίμηση δόθηκε μετά τις πρώτες ώρες της επιχείρησης.
Στην κατάσβεση κινητοποιήθηκαν πυροσβεστικές δυνάμεις από τη Χειμάρρα, τον Αυλώνα, τους Αγίους Σαράντα, το Φοινίκι, το Δέλβινο και άλλες περιοχές. Σύμφωνα με την ενημέρωση των αρχών, στην επιχείρηση συμμετείχαν περίπου 460 πυροσβέστες, αστυνομικοί, εργαζόμενοι των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων 160 μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι δυνάμεις παρέμειναν στο πεδίο για την απομόνωση των ενεργών εστιών.
Οι άνεμοι αποτέλεσαν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες εξάπλωσης. Μεταφέρουν καύτρες σε μεγαλύτερες αποστάσεις, μπορούν να δημιουργήσουν νέες εστίες μπροστά από το κύριο μέτωπο και προκαλούν απότομες μεταβολές στην κατεύθυνση της φωτιάς. Τη νύχτα, η περιορισμένη ορατότητα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις επίγειες επιχειρήσεις και συνήθως αποκλείει την ασφαλή χρήση εναέριων μέσων.
Στην τελευταία διαθέσιμη ενημέρωση από την Περιφέρεια Αυλώνα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 5ης Σεπτεμβρίου, η κατάσταση κινούνταν προς σταθεροποίηση και δεν υπήρχε πλέον άμεσος κίνδυνος για κατοικίες. Οι δυνάμεις, ωστόσο, συνέχιζαν την επιχείρηση για την πλήρη οριοθέτηση της φωτιάς και την αποτροπή αναζωπυρώσεων. Η νεότερη εικόνα μεταδόθηκε από το Euronews Albania.
Όσοι βρίσκονται στην περιοχή πρέπει να ακολουθούν αποκλειστικά τις νεότερες οδηγίες των τοπικών αρχών. Σε περίπτωση νέας εντολής εκκένωσης, η αποχώρηση πρέπει να γίνεται άμεσα, χωρίς καθυστέρηση για τη διάσωση αντικειμένων. Έγγραφα, φάρμακα, νερό, κινητό τηλέφωνο και φορτιστής μπορούν να τοποθετηθούν σε μία μικρή τσάντα, μόνο εφόσον υπάρχει χρόνος. Η διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος ή καυσίμου πρέπει να επιχειρείται αποκλειστικά όταν είναι ασφαλές και δεν καθυστερεί την εκκένωση.
Για επείγουσα βοήθεια στην Αλβανία χρησιμοποιείται ο ενιαίος αριθμός 112. Το European Forest Fire Information System μπορεί να προσφέρει δορυφορικούς χάρτες και στοιχεία για ενεργές πυρκαγιές, αλλά δεν αντικαθιστά τις τοπικές εντολές εκκένωσης.
Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες δεν πρέπει να επιστρέφουν σε εκκενωμένες ζώνες πριν δοθεί επίσημη άδεια. Ακόμη και μετά την υποχώρηση του κύριου μετώπου, κρυφές εστίες, καμένα δέντρα, κατεστραμμένα ηλεκτρικά δίκτυα και πιθανές αναζωπυρώσεις μπορούν να διατηρήσουν τον κίνδυνο για αρκετές ώρες.

