Ένα οργανωμένο «τηλεφωνικό κέντρο» εξαπάτησης πολιτών εντόπισε η Ελληνική Αστυνομία στο Ζεφύρι, έπειτα από επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, συνελήφθησαν δύο άτομα, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη δύο πρόσωπα που βρίσκονται ήδη σε σωφρονιστικό κατάστημα για παρόμοια υπόθεση.
Η οργάνωση φέρεται να δρούσε τουλάχιστον από τις αρχές Αυγούστου, με συγκεκριμένη ιεραρχία και διακριτούς ρόλους. Υπήρχαν τα λεγόμενα «διευθυντικά στελέχη», οι «τηλεφωνητές» και οι «εισπράκτορες», οι οποίοι αναλάμβαναν διαφορετικά στάδια της απάτης.





Οι δύο συλληφθέντες φέρονται να είχαν τον ρόλο των τηλεφωνητών. Αναζητούσαν πιθανά θύματα μέσω τηλεφωνικών καταλόγων, ενεργοποιούσαν τηλεφωνικές συνδέσεις και πραγματοποιούσαν καθημερινά μεγάλο αριθμό κλήσεων. Κατά τη συνομιλία παρουσιάζονταν ψευδώς ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές.
Για να προκαλέσουν φόβο και να πιέσουν τα θύματα να ενεργήσουν χωρίς δεύτερη σκέψη, επικαλούνταν δήθεν διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος, ανάγκη δήλωσης χρημάτων στην Εφορία ή υποχρέωση «ασφάλισης» μετρητών και κοσμημάτων.
Τα θύματα πείθονταν να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή και να τα τοποθετήσουν σε προσβάσιμο σημείο, μέσα ή έξω από την κατοικία τους. Στη συνέχεια, οι αποκαλούμενοι «εισπράκτορες» πήγαιναν στα σπίτια και παραλάμβαναν τη λεία, δήθεν για να την καταμετρήσουν ή να την εκτιμήσουν.
Το πιο ασυνήθιστο εύρημα της έρευνας ήταν ένας σωλήνας που είχε εγκατασταθεί στον χώρο του «τηλεφωνικού κέντρου» και συνδεόταν απευθείας με την αποχέτευση της κατοικίας. Ο σωλήνας, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., επέτρεπε στους κατηγορουμένους να πετούν γρήγορα τα κινητά τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν στις απάτες, ώστε να δυσκολεύουν την ανεύρεση και την εξέτασή τους από τις Αρχές.
Επομένως, ο σωλήνας δεν χρησιμοποιούνταν για να εξαπατώνται τα θύματα ούτε για να καταστρέφονται τα δικά τους κινητά. Αποτελούσε μέσο εξαφάνισης πιθανών αποδεικτικών στοιχείων από τον χώρο όπου πραγματοποιούνταν οι τηλεφωνικές κλήσεις.
Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν εννέα κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM, 6.500 ευρώ και μικρή ποσότητα τιμαλφών. Μέχρι στιγμής έχει πιστοποιηθεί, κατά περίπτωση, η εμπλοκή των κατηγορουμένων σε τέσσερις παρόμοιες υποθέσεις. Σε μία από αυτές, η οποία σημειώθηκε τον Αύγουστο στη βορειοανατολική Αττική, η λεία έφθασε περίπου τις 150.000 ευρώ. Το συνολικό περιουσιακό όφελος από τη φερόμενη δράση της οργάνωσης εκτιμάται ότι υπερβαίνει τις 175.000 ευρώ, όπως αναφέρει η επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η βασικότερη ένδειξη τηλεφωνικής απάτης είναι η προσπάθεια πρόκλησης πανικού. Κανένας πραγματικός τεχνικός έλεγχος, λογιστής ή δημόσιος φορέας δεν ζητά να αποκαλύψετε πού φυλάσσετε χρήματα και κοσμήματα ούτε να τα παραδώσετε σε άγνωστο «συνεργάτη».
Αν δεχθείτε τέτοια κλήση, διακόψτε αμέσως την επικοινωνία. Καλέστε εσείς τον λογιστή, τον συγγενή ή τον οργανισμό από αριθμό που ήδη γνωρίζετε ή βρίσκετε στην επίσημη ιστοσελίδα του. Μην ανοίξετε την πόρτα, μην παραδώσετε χρήματα και μην αφήσετε τιμαλφή σε σημείο που σας υποδεικνύεται τηλεφωνικά.
Σε περίπτωση απόπειρας ή ολοκληρωμένης απάτης, επικοινωνήστε αμέσως με την Αστυνομία στο 100 ή με το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα. Διατηρήστε τον αριθμό της κλήσης, τα μηνύματα, τις ώρες επικοινωνίας και οποιαδήποτε περιγραφή προσώπου ή οχήματος διαθέτετε. Αν έχουν γνωστοποιηθεί τραπεζικοί κωδικοί ή έχει πραγματοποιηθεί μεταφορά χρημάτων, ενημερώστε αμέσως και την τράπεζά σας μέσω του επίσημου αριθμού της.
Η ΕΛ.ΑΣ. επισημαίνει στις οδηγίες προστασίας από τηλεφωνικές απάτες ότι ακόμη και μια ανεπιτυχής απόπειρα πρέπει να αναφέρεται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται και η ενημέρωση ηλικιωμένων συγγενών, οι οποίοι αποτελούν συχνό στόχο τέτοιων κυκλωμάτων.
Οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη και για όλους τους κατηγορουμένους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας.

