Από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις μεγάλες πίστες της Αθήνας, ο Δάκης άφησε το δικό του αποτύπωμα στο ελληνικό ποπ και ελαφρό τραγούδι, τραγουδώντας σε έξι γλώσσες και χαρίζοντας στο κοινό διαχρονικές επιτυχίες όπως τα «Τόσα καλοκαίρια» και «Εκείνο το πρωί στην Κηφισιά».
Στις 26 Αυγούστου 1943 γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο Βρασίδας Χαραλαμπίδης, ο τραγουδιστής που έγινε γνωστός στο ελληνικό κοινό με το οικογενειακό του χαϊδευτικό, Δάκης. Υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικές φωνές του ελληνικού ελαφρού και ποπ τραγουδιού, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ενώ η παρουσία του στη μουσική σκηνή συνεχίστηκε για πολλές ακόμη δεκαετίες.
Μεγαλωμένος στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, ο Δάκης ήρθε σε επαφή από νωρίς με διαφορετικές μουσικές και γλωσσικές παραδόσεις. Εκεί τον ανακάλυψαν ο συνθέτης Τάκης Μωράκης και η τραγουδίστρια Νάντια Κωνσταντοπούλου, ανοίγοντάς του τον δρόμο για μια καριέρα που θα ξεπερνούσε σύντομα τα ελληνικά σύνορα. Το 1963 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και περίπου έναν χρόνο αργότερα άρχισε να εμφανίζεται σε χώρους διασκέδασης και θεάματος. Το 1964 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, στα αγγλικά, με τίτλο «Deep in the Heart of Athens».
Ακολούθησαν ηχογραφήσεις στα γαλλικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά, με τραγούδια όπως τα «Monsieur Cannibal», «Tu veux ou tu veux pas», «Mourir ou vivre» και «Gaston». Η γνώση έξι γλωσσών —ελληνικών, γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών, ισπανικών και αραβικών— του επέτρεψε να κινηθεί με άνεση ανάμεσα στο ελληνικό και το διεθνές ρεπερτόριο.
Το 1968 έκανε το αποφασιστικό βήμα προς το ελληνόφωνο τραγούδι, ηχογραφώντας τον πρώτο του δίσκο στα ελληνικά, «Γεια σου σ’ ευχαριστώ», σε συνεργασία με τον Κώστα Ξενάκη. Λίγο αργότερα ξεκίνησε η συνεργασία του με τον Μίμη Πλέσσα, η οποία θα του χάριζε δύο από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του: τα «Τόσα καλοκαίρια» και «Εκείνο το πρωί στην Κηφισιά». Τα τραγούδια αυτά συνδέθηκαν με την αισθητική μιας ολόκληρης εποχής και έκαναν τον Δάκη έναν από τους πλέον δημοφιλείς ερμηνευτές του ελαφρού τραγουδιού.
Στην πορεία του συνεργάστηκε με σημαντικούς Έλληνες συνθέτες και στιχουργούς, μεταξύ των οποίων ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Κατσαρός, ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο Κώστας Χατζής, ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς και ο Γιώργος Κριμιζάκης, ενώ ερμήνευσε στίχους δημιουργών όπως ο Πυθαγόρας, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου και η Σώτια Τσώτου.
Παράλληλα, είχε έντονη παρουσία στις μεγάλες μουσικές σκηνές της εποχής, με εμφανίσεις σε χώρους όπως το Rex, το Diogenis Palace, η Νεράιδα, η Φαντασία, τα Αστέρια και η Αθηναία. Συνεργάστηκε με κορυφαία ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, όπως η Μαρινέλλα, ο Κώστας Χατζής, ο Γιάννης Πάριος, η Χάρις Αλεξίου και η Άννα Βίσση.
Η καριέρα του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Ο Δάκης είχε συνεργαστεί ή συνυπάρξει καλλιτεχνικά με σημαντικές προσωπικότητες της διεθνούς μουσικής σκηνής, ανάμεσά τους οι Rolling Stones, ο Σαρλ Αζναβούρ, η Δαλιδά, η Μίλβα, ο Τζο Ντασέν, ο Σασά Ντιστέλ και ο Ντέμης Ρούσσος, με τον οποίο ήταν ξαδέρφια.
Παράλληλα με το τραγούδι, ασχολήθηκε με το θέατρο, συμμετέχοντας σε παραστάσεις στα θέατρα Βέμπο, Παρκ και Κοτοπούλη-Ρεξ, ενώ εμφανίστηκε και στον κινηματογράφο, σε ταινίες όπως οι «Γοργόνες και μάγκες» και «Η θεία μου η χίπισσα». Είχε επίσης τηλεοπτικές παρουσίες και συμμετείχε σε διεθνή φεστιβάλ τραγουδιού, εκπροσωπώντας την Ελλάδα και αποσπώντας διακρίσεις.
Σημαντική υπήρξε και η παρουσία του στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Το 1975 κέρδισε το Β΄ Βραβείο με το «Κι όλο ψάχνω να σε βρω», ενώ το 1976 απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ερμηνείας για το «Παλιέ μου φίλε απ’ το στρατό». Το 1980 κατέκτησε επίσης το Β΄ Βραβείο στο ελληνογαλλικό φεστιβάλ «Rose d’Or» με το «La mélancolie».
Η δισκογραφική του πορεία υπήρξε ιδιαίτερα πλούσια. Περιλαμβάνει δεκάδες άλμπουμ, singles και 45άρια, από τις πρώτες ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1960 μέχρι τις τελευταίες δουλειές του. Ανάμεσά τους βρίσκονται δίσκοι όπως «Δάκης Special», «Δάκης 100%», «Παιχνίδι με τη φωτιά», «Τσάι με λεμόνι», «2.000 φιλιά», «Back to the 70’s» και «Moments». Το τελευταίο, το 2008, ήταν μια συνεργασία με τον Μίμη Πλέσσα, με τον Δάκη να τραγουδά σε επτά γλώσσες.
Ο Δάκης παρέμεινε ενεργός για δεκαετίες, διατηρώντας μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό που είχε αγαπήσει τη φωνή και το ρεπερτόριό του. Η αισθητική του ελαφρού τραγουδιού, οι μελωδίες του Μίμη Πλέσσα, τα καλοκαιρινά τραγούδια και το κοσμοπολίτικο προφίλ του συνέδεσαν το όνομά του με μια ολόκληρη περίοδο της ελληνικής μουσικής.
Ο Δάκης έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαΐου 2022, στην Αθήνα, σε ηλικία 78 ετών. Άφησε πίσω του μια μακρά καλλιτεχνική διαδρομή και τραγούδια που εξακολουθούν να επιστρέφουν, ιδιαίτερα κάθε καλοκαίρι, στη συλλογική μνήμη. Από την Αλεξάνδρεια μέχρι την Αθήνα, ο «Δάκης» δεν υπήρξε απλώς ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, έγινε το όνομα με το οποίο ταυτίστηκε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές του ελληνικού ελαφρού και ποπ τραγουδιού.