Ο μαθηματικός που έσπασε τον κώδικα Enigma, έθεσε τις βάσεις της τεχνητής νοημοσύνης και διώχθηκε από το βρετανικό κράτος λόγω της ομοφυλοφιλίας του
Σαν σήμερα, στις 7 Ιουνίου 1954, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Γουίλμσλοου του Τσέσαϊρ ο Άλαν Μάθισον Τούρινγκ, μία από τις σημαντικότερες επιστημονικές μορφές του 20ού αιώνα. Δίπλα στο κρεβάτι του βρέθηκε ένα μισοφαγωμένο μήλο, ενώ η νεκροψία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός του προήλθε από δηλητηρίαση με κυάνιο. Ήταν μόλις 41 ετών.
Ο Τούρινγκ θεωρείται σήμερα ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης πληροφορικής, πρωτοπόρος της τεχνητής νοημοσύνης, κορυφαίος μαθηματικός και ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικά στην αποκρυπτογράφηση των γερμανικών στρατιωτικών κωδίκων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε τον διωγμό και την κοινωνική απομόνωση, ενώ η πλήρης αναγνώριση της προσφοράς του ήρθε πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του.

Ο Άλαν Τούρινγκ γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1912 στο Πάντιγκτον του Λονδίνου. Ο πατέρας του εργαζόταν στη βρετανική αποικιακή διοίκηση στην Ινδία και, εξαιτίας των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, ο Άλαν και ο μεγαλύτερος αδελφός του μεγάλωσαν κυρίως στην Αγγλία υπό την επίβλεψη φίλων της οικογένειας.
Από νεαρή ηλικία έδειξε εξαιρετικές ικανότητες στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες. Σε ηλικία μόλις 16 ετών είχε ήδη μελετήσει τη θεωρία της σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν, κατανοώντας σε βάθος έννοιες που ξεπερνούσαν κατά πολύ το επίπεδο της σχολικής εκπαίδευσης. Την ίδια περίοδο αναπτύσσει στενή σχέση με τον συμμαθητή του Κρίστοφερ Μόρκομ, ο οποίος πεθαίνει πρόωρα από φυματίωση. Η απώλεια αυτή σημάδεψε βαθιά τον νεαρό Τούρινγκ και επηρέασε καθοριστικά τη φιλοσοφική του σκέψη.
Μετά την αποφοίτησή του εισήχθη στο King’s College του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, όπου σπούδασε μαθηματικά. Το 1936 δημοσίευσε το έργο που επρόκειτο να αλλάξει την ιστορία της επιστήμης: την πραγματεία «On Computable Numbers, with an Application to the Entscheidungsproblem». Στο κείμενο αυτό διατύπωσε την έννοια της «Μηχανής Τούρινγκ», ενός θεωρητικού μοντέλου υπολογιστικής μηχανής γενικής χρήσης, ικανού να εκτελεί οποιονδήποτε αλγόριθμο. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε το θεωρητικό θεμέλιο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν οι σύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.
Στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αναγορεύτηκε διδάκτορας μαθηματικών υπό την επίβλεψη του διακεκριμένου λογικού Αλόνζο Τσερτς. Επέστρεψε στη Βρετανία λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου εντάχθηκε στο μυστικό κέντρο αποκρυπτογράφησης του Μπλέτσλεϊ Παρκ. Εκεί διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αποκρυπτογράφηση του κώδικα Enigma, του συστήματος επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις. Με τη συμβολή του σχεδιάστηκαν και εξελίχθηκαν ηλεκτρομηχανικές συσκευές που επέτρεψαν στους Συμμάχους να διαβάζουν μεγάλο μέρος των γερμανικών στρατιωτικών επικοινωνιών.
Η επιτυχία αυτή θεωρείται από πολλούς ιστορικούς καθοριστική για την έκβαση του πολέμου. Εκτιμάται ότι συνέβαλε στη συντόμευσή του κατά αρκετά χρόνια, σώζοντας εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Ωστόσο, λόγω του απόρρητου χαρακτήρα της αποστολής του, η προσφορά του παρέμεινε άγνωστη στο ευρύ κοινό για δεκαετίες.
Μετά τον πόλεμο ο Τούρινγκ αφοσιώθηκε στην ανάπτυξη των πρώτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Συμμετείχε στον σχεδιασμό της ACE (Automatic Computing Engine), ενός από τα πρώτα προγράμματα για ηλεκτρονικό υπολογιστή γενικής χρήσης, ενώ αργότερα εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ για την εξέλιξη των πρώτων λειτουργικών υπολογιστικών συστημάτων.
Το 1950 δημοσίευσε το ιστορικό άρθρο «Computing Machinery and Intelligence», στο οποίο έθεσε το ερώτημα «Μπορούν οι μηχανές να σκεφτούν;». Στο ίδιο έργο παρουσίασε το περίφημο «Τεστ Τούρινγκ», μια μέθοδο αξιολόγησης της ικανότητας μιας μηχανής να επιδεικνύει συμπεριφορά που θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρώπινη. Μέχρι σήμερα το τεστ αυτό παραμένει σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, ο Τούρινγκ στράφηκε και στη βιολογία. Η εργασία του πάνω στη μορφογένεση επιχείρησε να εξηγήσει με μαθηματικούς όρους πώς δημιουργούνται τα μοτίβα που παρατηρούνται στη φύση, όπως οι ρίγες των ζεβρών ή οι κηλίδες ορισμένων ζώων. Οι θεωρίες του επηρέασαν βαθιά τη σύγχρονη αναπτυξιακή βιολογία και εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας.
Η ζωή του όμως πήρε δραματική τροπή το 1952. Μετά από μια διάρρηξη στο σπίτι του, αποκάλυψε στην αστυνομία ότι διατηρούσε σχέση με τον νεαρό Άρνολντ Μάρεϊ. Την εποχή εκείνη οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ήταν ποινικά κολάσιμες στη Βρετανία. Ο Τούρινγκ κατηγορήθηκε για «σοβαρή απρέπεια» και καταδικάστηκε.
Αντί της φυλάκισης, υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε ορμονική θεραπεία με οιστρογόνα, μια μορφή χημικού ευνουχισμού που είχε ως στόχο την καταστολή της σεξουαλικότητάς του. Οι παρενέργειες υπήρξαν σοβαρές, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Παράλληλα, έχασε την πρόσβασή του σε διαβαθμισμένες πληροφορίες και αποκλείστηκε από σημαντικά κρατικά προγράμματα.
Δύο χρόνια αργότερα, στις 7 Ιουνίου 1954, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Η επίσημη εκδοχή έκανε λόγο για αυτοκτονία μέσω δηλητηρίασης με κυάνιο, αν και ορισμένοι βιογράφοι έχουν κατά καιρούς διατυπώσει διαφορετικές ερμηνείες για τις συνθήκες του θανάτου του.
Για πολλά χρόνια το έργο και η προσφορά του παρέμειναν στη σκιά. Μόλις το 2009 η βρετανική κυβέρνηση εξέφρασε επίσημα τη λύπη της για τη μεταχείριση που υπέστη, ενώ το 2013 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του απένειμε μετά θάνατον βασιλική χάρη. Σήμερα ο Άλαν Τούρινγκ αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους επιστήμονες του 20ού αιώνα, ένας άνθρωπος που συνέβαλε αποφασιστικά στη γέννηση της ψηφιακής εποχής και στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η δημοφιλής φήμη ότι το λογότυπο της Apple με το δαγκωμένο μήλο αποτελεί φόρο τιμής στον Τούρινγκ δεν έχει επιβεβαιωθεί από την εταιρεία και θεωρείται αστικός μύθος. Ωστόσο, η εικόνα του μισοφαγωμένου μήλου δίπλα στο κρεβάτι του παραμένει ένα από τα πιο γνωστά και συμβολικά στιγμιότυπα στην ιστορία της επιστήμης.
