Από τα ανθρακωρυχεία της Ουαλίας στη διεθνή δόξα, ο τραγουδιστής που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής
Στις 7 Ιουνίου 1940 γεννήθηκε στο Πόντιπριντ της Ουαλίας ο Τομας Τζον Γούντγουορντ, ο άνθρωπος που ο κόσμος έμελλε να γνωρίσει ως Τομ Τζόουνς. Με τη χαρακτηριστική βαρύτονη φωνή του, την εκρηκτική σκηνική παρουσία και μια σειρά από διαχρονικές επιτυχίες που εκτείνονται από τη δεκαετία του 1960 έως τον 21ο αιώνα, ο Τζόουνς καθιερώθηκε ως ένας από τους δημοφιλέστερους και μακροβιότερους ερμηνευτές της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Γιος ενός ανθρακωρύχου και μιας νοικοκυράς, μεγάλωσε σε μια εργατική οικογένεια της νότιας Ουαλίας. Από μικρή ηλικία έδειξε την αγάπη του για το τραγούδι, συμμετέχοντας σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, σχολικές γιορτές και τοπικές εκδηλώσεις. Το ταλέντο του δεν άργησε να γίνει εμφανές, παρότι τίποτε δεν προμήνυε ότι το παιδί από το Πόντιπριντ θα εξελισσόταν σε παγκόσμιο αστέρα.
Το 1957, σε ηλικία μόλις 17 ετών, παντρεύτηκε τη συμμαθήτριά του Μελίντα Τρέντσαρντ, γνωστή ως Λίντα, με την οποία απέκτησε τον μοναδικό του γιο, Μαρκ. Ο γάμος τους κράτησε σχεδόν έξι δεκαετίες, μέχρι τον θάνατό της το 2016.
Τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν τραγουδούσε με το συγκρότημα The Senators χρησιμοποιώντας το όνομα Τόμι Σκοτ. Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1964, όταν τον ανακάλυψε ο μάνατζερ Γκόρντον Μιλς. Εκείνος τον έπεισε να υιοθετήσει το καλλιτεχνικό όνομα Τομ Τζόουνς, εμπνευσμένο από τον ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Χένρι Φίλντινγκ.
Το πρώτο του σινγκλ, «Chills and Fever», πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Η αποτυχία, όμως, αποδείχθηκε προσωρινή. Το 1965 κυκλοφόρησε το «It’s Not Unusual», το οποίο εκτοξεύτηκε στις κορυφαίες θέσεις των βρετανικών και αμερικανικών charts, μετατρέποντάς τον σε διεθνές φαινόμενο μέσα σε λίγους μήνες.
Η συνέχεια υπήρξε εντυπωσιακή. Την ίδια περίοδο ηχογράφησε το «What’s New Pussycat?», το τραγούδι της ομώνυμης κινηματογραφικής κωμωδίας, καθώς και το «Thunderball», το βασικό μουσικό θέμα της ομώνυμης ταινίας του Τζέιμς Μποντ. Οι επιτυχίες αυτές τον καθιέρωσαν ως μία από τις σημαντικότερες νέες φωνές της δεκαετίας.
Το 1966 τιμήθηκε με το βραβείο Γκράμι καλύτερου νέου καλλιτέχνη, επιβεβαιώνοντας τη ραγδαία άνοδό του. Παράλληλα, επιχείρησε να διευρύνει το καλλιτεχνικό του προφίλ και να απομακρυνθεί από την εικόνα του νεαρού ποπ ειδώλου. Η στροφή αυτή απέδωσε καρπούς με τραγούδια όπως το «Green, Green Grass of Home» και το «Delilah», τα οποία εξελίχθηκαν σε διαχρονικά κλασικά κομμάτια της διεθνούς δισκογραφίας.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η καριέρα του γνώρισε νέα άνθηση. Το 1969 ανέλαβε την παρουσίαση της τηλεοπτικής εκπομπής «This Is Tom Jones», ενός δημοφιλούς μουσικού βαριετέ που φιλοξένησε ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής. Από το πρόγραμμά του πέρασαν καλλιτέχνες όπως η Τζάνις Τζόπλιν, ο Στίβι Γουόντερ, η Έλα Φιτζέραλντ και πολλοί ακόμη αστέρες της μουσικής βιομηχανίας.
Την ίδια εποχή ξεκίνησε τις θρυλικές εμφανίσεις του στο Λας Βέγκας, οι οποίες συνέβαλαν στη δημιουργία του μύθου του. Οι συναυλίες του μετατρέπονταν συχνά σε φρενήρεις εκδηλώσεις λατρείας, με θαυμάστριες να πετούν εσώρουχα στη σκηνή, ενισχύοντας τη φήμη του ως ενός από τα μεγαλύτερα sex symbols της εποχής.
Κατά τη δεκαετία του 1970 συνέχισε να γνωρίζει εμπορική επιτυχία με τραγούδια όπως τα «She’s a Lady», «Daughter of Darkness», «The Young New Mexican Puppeteer» και «Say You’ll Stay Until Tomorrow». Παρά τις αλλαγές στη μουσική βιομηχανία και την άνοδο νέων μουσικών ρευμάτων, παρέμεινε ιδιαίτερα δημοφιλής τόσο στη Βρετανία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η δεύτερη μεγάλη αναγέννηση της καριέρας του ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Μετά τον θάνατο του επί χρόνια μάνατζέρ του Γκόρντον Μιλς το 1986, τη διαχείριση της καριέρας του ανέλαβε ο γιος του Μαρκ. Η νέα στρατηγική στόχευσε στην επανασύνδεση του τραγουδιστή με τις νεότερες γενιές. Το αποτέλεσμα φάνηκε άμεσα με τη διασκευή του τραγουδιού «Kiss» του Πρινς, την οποία ηχογράφησε μαζί με τους Art of Noise. Η επιτυχία του τραγουδιού τον επανέφερε στο προσκήνιο και τον σύστησε σε ένα εντελώς νέο κοινό.
Τη δεκαετία του 1990 απέδειξε ότι παρέμενε δημιουργικός και επίκαιρος. Το άλμπουμ «The Lead and How to Swing It» κινήθηκε σε πιο σύγχρονους ποπ και χορευτικούς ήχους, ενώ το «Reload» του 1999 γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Σε αυτό συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως οι Cranberries, οι Stereophonics και οι Barenaked Ladies, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να γεφυρώσει διαφορετικές μουσικές γενιές.
Στις αρχές του 21ου αιώνα συνέχισε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται ζωντανά, διατηρώντας ακμαία την καλλιτεχνική του παρουσία. Το «Sex Bomb», μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ύστερης καριέρας του, γνώρισε παγκόσμια απήχηση και έγινε συνώνυμο του ονόματός του για τις νεότερες γενιές.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η στροφή του προς πιο ώριμα μουσικά έργα. Τα άλμπουμ «Praise & Blame» (2010) και «Spirit in the Room» (2012) απέσπασαν εξαιρετικές κριτικές, παρουσιάζοντας έναν ερμηνευτή που εξερευνούσε τις ρίζες της αμερικανικής μουσικής, από τα μπλουζ και τα γκόσπελ μέχρι τα παραδοσιακά φολκ τραγούδια.
Το 2006 τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ για τη συνολική προσφορά του στη μουσική. Έκτοτε είναι γνωστός και ως Sir Tom Jones. Το 2015 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Over the Top and Back», ενώ από το 2012 συμμετέχει κατά περιόδους ως κριτής στη βρετανική εκδοχή του μουσικού διαγωνισμού «The Voice», συμβάλλοντας στην ανάδειξη νέων καλλιτεχνών.
Με περισσότερες από έξι δεκαετίες συνεχούς παρουσίας στη δισκογραφία, δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων και τραγούδια που εξακολουθούν να ακούγονται σε όλο τον κόσμο, ο Τομ Τζόουνς αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της σύγχρονης μουσικής ιστορίας. Η χαρακτηριστική φωνή του, η σκηνική του ενέργεια και η ικανότητά του να ανανεώνεται διαρκώς τον κατέστησαν όχι απλώς έναν επιτυχημένο τραγουδιστή, αλλά ένα διαχρονικό πολιτισμικό σύμβολο.

