
Σαν σήμερα, 8 Απριλίου 1896, εκδηλώνεται μία από τις πρώτες και πλέον αιματηρές εργατικές εξεγέρσεις στη νεότερη ελληνική ιστορία, η απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο. Περίπου 1.800 εργάτες εγκαταλείπουν τα έγκατα των στοών, σφραγίζουν τις εισόδους των ορυχείων και περικυκλώνουν τον χώρο, κηρύσσοντας οργανωμένη απεργία απέναντι σε ένα καθεστώς ακραίας εκμετάλλευσης.
Τα μεταλλεία βρίσκονταν υπό τη διοίκηση του Ιταλού επιχειρηματία Τζιανμπατίστα Σερπιέρι, μέσω της «Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου», ενός πολυεθνικού σχήματος με ισχυρή παρουσία και σε άλλα μεταλλευτικά πεδία της χώρας. Οι συνθήκες εργασίας ήταν εξαιρετικά σκληρές και επικίνδυνες: συχνά δυστυχήματα κατά τις ανατινάξεις, εκτεταμένη έκθεση σε τοξικά υλικά όπως ο μόλυβδος, και παντελής έλλειψη ιατρικής μέριμνας. Τραυματισμένοι εργάτες μεταφέρονταν με κάρα σε μακρινές δομές υγείας, με αποτέλεσμα πολλοί να πεθαίνουν καθ’ οδόν.
Τα αιτήματα των απεργών ήταν στοιχειώδη αλλά κρίσιμα: βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αύξηση των μισθών και κατάργηση του συστήματος των εργολάβων. Οι τελευταίοι λειτουργούσαν ως μεσάζοντες που αναλάμβαναν την εκτέλεση έργων στις στοές, απορροφώντας μεγάλο μέρος των χρημάτων που προορίζονταν για τους εργάτες και αποδίδοντας σε αυτούς ελάχιστα. Παράλληλα, οι μεταλλωρύχοι ζούσαν συχνά σε πρόχειρα καταλύματα, ακόμη και σε σπηλιές, γεγονός που επιδείνωνε τις ήδη δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης.
Η αρχική πρόθεση των εργατών ήταν να διαπραγματευτούν με τη διοίκηση της εταιρείας. Ωστόσο, η κατάσταση κλιμακώθηκε δραματικά όταν οι φύλακες πυροβόλησαν εναντίον των συγκεντρωμένων απεργών, σκοτώνοντας δύο εργάτες, τον Καραφλιά και τον Βασιλακόπουλο. Η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ως καταλύτης. Οι εξοργισμένοι μεταλλωρύχοι αντεπιτέθηκαν, λιθοβόλησαν τους φύλακες και προχώρησαν σε καταστροφές: τα γραφεία της εταιρείας πυρπολήθηκαν, αποθήκες ανατινάχθηκαν με δυναμίτη και οι αστυνομικοί της περιοχής αφοπλίστηκαν. Από τις συγκρούσεις σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι οι φύλακες, ενώ ο Σερπιέρι φυγαδεύτηκε την τελευταία στιγμή, μεταμφιεσμένος.
Η εξέγερση εξελίχθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση με τις αρχές. Το κράτος αντέδρασε δυναμικά, αποστέλλοντας ισχυρές αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, ακόμη και πολεμικό πλοίο, για την καταστολή της απεργίας. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν για ημέρες, με νέους νεκρούς και τραυματίες μεταξύ των εργατών. Συνολικά, τέσσερις απεργοί έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες τραυματίστηκαν και 15 συνελήφθησαν, οδηγούμενοι αργότερα σε δίκη.

Η απεργία διήρκεσε έως τις 21 Απριλίου 1896 και έληξε με περιορισμένες αλλά όχι αμελητέες παραχωρήσεις. Οι εργάτες πέτυχαν αύξηση του ημερομισθίου τους, από 2,5 σε 3,5 δραχμές, καθώς και ορισμένες βελτιώσεις στις συνθήκες εργασίας. Επιπλέον, οι συλληφθέντες απεργοί αθωώθηκαν και επέστρεψαν στην εργασία τους χωρίς όρους. Ωστόσο, η επόμενη ημέρα σημαδεύτηκε από την εγκατάσταση μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, με στόχο την αποτροπή νέων κινητοποιήσεων, εγκαινιάζοντας ένα καθεστώς αυστηρής επιτήρησης των εργατών.
Παρά την καταστολή, η απεργία του Λαυρίου άφησε ισχυρή παρακαταθήκη. Ανέδειξε την ικανότητα οργάνωσης της εργατικής τάξης και την ισχύ της συλλογικής δράσης, αιφνιδιάζοντας την εργοδοσία που δεν είχε προβλέψει την έκρηξη της κινητοποίησης. Όπως καταγράφεται σε μαρτυρίες της εποχής, η απεργία οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να περάσει απαρατήρητη μέχρι τη στιγμή της εκδήλωσής της, γεγονός που υπογράμμισε το επίπεδο συντονισμού των εργατών.
Η εξέγερση των μεταλλωρύχων του Λαυρίου παραμένει μέχρι σήμερα ένα εμβληματικό επεισόδιο της ελληνικής εργατικής ιστορίας, αποτυπώνοντας με ένταση τη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο στο τέλος του 19ου αιώνα και θέτοντας τα θεμέλια για μεταγενέστερους εργατικούς αγώνες στη χώρα.


