Ο αριθμός των τραπεζικών καταστημάτων με υπηρεσία μετρητών μειώνεται, τα αυτόματα μηχανήματα ανάληψης λιγοστεύουν και τα όρια ανάληψης στενεύουν, την ίδια ώρα που η αξία των μετρητών σε κυκλοφορία αυξάνεται και σχεδόν τα δύο τρίτα των νοικοκυριών κρατούν αποθεματικό σε χαρτονόμισμα

Ο αριθμός των τραπεζικών υποκαταστημάτων στην Πολωνία συνεχίζει να μειώνεται, όπως και ο αριθμός των καταστημάτων που διαθέτουν ταμείο μετρητών, την ώρα που τα αυτόματα μηχανήματα ανάληψης επιβάλλουν όλο και χαμηλότερα όρια στις μεμονωμένες συναλλαγές. Έτσι, η φυσική πρόσβαση στο χαρτονόμισμα γίνεται δυσκολότερη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μεγαλύτερα ποσά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας της Πολωνίας, στο τέλος του 2025 λειτουργούσαν στη χώρα 7.045 τραπεζικά υποκαταστήματα με υπηρεσία ταμείου. Από τα στοιχεία του συστήματος καταγραφής χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της ίδιας τράπεζας προκύπτει ότι μεταξύ 2022 και 2025 ο αριθμός των τραπεζικών καταστημάτων μειώθηκε κατά λιγότερο από 5%, ενώ ο αριθμός των τραπεζών που δραστηριοποιούνται στη χώρα υποχώρησε από 570 σε 562.

Η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας κατέγραψε στο τέλος του 2025 συνολικά 4.867 υποκαταστήματα, 2.155 παραρτήματα και εκθέσεις και 2.520 αντιπροσωπείες. Μέσα σε έναν χρόνο, 164 σημεία εξυπηρέτησης πελατών εξαφανίστηκαν από τον χάρτη. Παράλληλα, έρευνα του οικονομικού ιστότοπου Bankier.pl μεταξύ εμπορικών τραπεζών έδειξε ότι το δίκτυο ιδιόκτητων καταστημάτων μειώθηκε κατά 107 μονάδες, στα 5.382, με τη μεγαλύτερη περικοπή να καταγράφεται στην ING Bank Śląski, η οποία έκλεισε 25 υποκαταστήματα. Η συρρίκνωση επεκτείνεται και στα αυτόματα μηχανήματα ανάληψης. Στο τέλος του 2025 λειτουργούσαν στην Πολωνία 20.409 ΑΤΜ, δηλαδή 332 λιγότερα από έναν χρόνο νωρίτερα, μείωση 1,6%. Ο αριθμός αυτός επαναφέρει το δίκτυο περίπου στα επίπεδα του 2014. Αντίθετα, αυξάνονται τα μηχανήματα κατάθεσης μετρητών, τα οποία έφτασαν τα 12.600 τον Δεκέμβριο του 2025.

Η πρόσβαση είναι ακόμη πιο άνιση εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Μόλις ένα στα τρία ΑΤΜ και ένα στα δύο υποκαταστήματα με ταμείο βρίσκονται σε αστικούς-αγροτικούς και αγροτικούς δήμους. Την ίδια στιγμή, τα όρια των μεμονωμένων αναλήψεων διαφέρουν σημαντικά από τράπεζα σε τράπεζα, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τα 4.000 ζλότι και περιοριζόμενα σε άλλες ακόμη και στα 800 ζλότι.

Στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2025 λειτουργούσαν 3.302 υποκαταστήματα καθολικών τραπεζών, από τα οποία τα 867, δηλαδή περισσότερο από το 26% του δικτύου, δεν διέθεταν πλέον ταμείο και λειτουργούσαν χωρίς μετρητά. Σε βάθος δεκαετίας, η συρρίκνωση είναι ακόμη πιο έντονη: από 16.010 καταστήματα το 2016, ο αριθμός είχε πέσει στα 9.103 τον Απρίλιο του 2026, καταγράφοντας μείωση 43%. Ωστόσο, ο ρυθμός των κλεισιμάτων έχει επιβραδυνθεί, καθώς μέσα στο τελευταίο έτος έκλεισαν 184 καταστήματα, ο μικρότερος ετήσιος αριθμός που έχει καταγραφεί.

Παρά τη δυσκολότερη πρόσβαση στο φυσικό χρήμα, τα μετρητά παραμένουν ο δεύτερος δημοφιλέστερος τρόπος αποθήκευσης αποταμιεύσεων των Πολωνών, μετά τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Η αξία των μετρητών σε κυκλοφορία έφτασε στο τέλος του 2025 τα 443 δισεκατομμύρια ζλότι, αυξημένη κατά 7,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, τα μετρητά στα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών ανέρχονταν σε 456,369 δισεκατομμύρια ζλότι.

Περίπου δύο στα τρία νοικοκυριά διαθέτουν τουλάχιστον 5.000 ζλότι σε μετρητά, ενώ περισσότεροι από έξι στους δέκα Πολωνούς δηλώνουν ότι κρατούν χαρτονομίσματα ως δικλίδα ασφαλείας. Η τάση συνδέεται με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις ανησυχίες για τη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, τα χαμηλά επιτόκια των καταθέσεων, αλλά και την επιθυμία για μεγαλύτερη ιδιωτικότητα στις συναλλαγές.

Μόνο κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025 πραγματοποιήθηκαν 222 εκατομμύρια αναλήψεις από ΑΤΜ, 24 εκατομμύρια αναλήψεις σε τραπεζικά καταστήματα και περίπου 4 εκατομμύρια αναλήψεις μέσω εφαρμογών κινητού τηλεφώνου. Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 61% των Πολωνών επιλέγει πλέον πληρωμές χωρίς μετρητά. Ωστόσο, το 47% δηλώνει ότι δεν μπορεί να φανταστεί τον περιορισμό ή την κατάργηση της δυνατότητας πληρωμής με χαρτονόμισμα.

Έρευνα του 2025 για λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Πολωνίας έδειξε ότι το 94% των ερωτηθέντων διέθετε τραπεζικό λογαριασμό και το 93% χρησιμοποιούσε κάρτα πληρωμών. Παράλληλα, το 93,1% αξιολογούσε θετικά την πρόσβαση σε μετρητά μέσω ΑΤΜ και το 86,1% μέσω τραπεζικού καταστήματος.

Μελέτη διαθεσιμότητας που πραγματοποιήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2025 και κάλυψε σχεδόν 31.000 σημεία πρόσβασης, μεταξύ των οποίων 20.300 ΑΤΜ, 5.800 τραπεζικά καταστήματα και 4.800 καταστήματα των Πολωνικών Ταχυδρομείων, έδειξε ότι το 98,2% του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε μετρητά μέσω ΑΤΜ ή καταστήματος με ταμείο σε απόσταση έως δέκα χιλιομέτρων από την κατοικία του. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το εθνικό κριτήριο της στρατηγικής ασφάλειας κυκλοφορίας μετρητών, σύμφωνα με το οποίο τουλάχιστον το 90% του πληθυσμού θα πρέπει να διαθέτει αντίστοιχη πρόσβαση.

Η αντίφαση της «μαύρης ώρας»

Η επίσημη γραμμή της κεντρικής τράπεζας και της κυβέρνησης δεν είναι η κατάργηση των μετρητών, αλλά η διατήρησή τους. Τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα που εκδίδει η Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας αποτελούν νόμιμα μέσα πληρωμής και, σύμφωνα με τον Ματσίεϊ Άντες της κεντρικής τράπεζας, η πρόσβαση στα χρηματικά μέσα θα πρέπει να είναι εγγυημένη για όλους τους πελάτες των τραπεζών, στον τόπο, τον χρόνο και τη μορφή που τους εξυπηρετεί, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όπως βλάβες τερματικών ή διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος.

Η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας υπενθυμίζει παράλληλα ότι οι τράπεζες υποχρεούνται να δέχονται καταθέσεις μετρητών στους λογαριασμούς και να επιστρέφουν, κατόπιν απαίτησης του πελάτη, το ποσό που τηρείται ως κατάθεση. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, Άνταμ Γκλαπίνσκι, έχει υποστηρίξει ότι μέρος των αποταμιεύσεων πρέπει να διατηρείται σε μετρητά για λόγους ασφάλειας του κράτους και των πολιτών. Στο ίδιο πνεύμα, ο υπουργός Οικονομικών Άντζεϊ Ντομάνσκι έχει δηλώσει ότι οι Πολωνοί δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συμβουλές για τη διατήρηση μετρητών, καθώς ήδη κρατούν σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεών τους σε χαρτονόμισμα.

Το ζήτημα, σύμφωνα με τον υπουργό, δεν αφορά μόνο ακραία σενάρια, όπως ένας πόλεμος, αλλά και διακοπές λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών διάρκειας λίγων ωρών, οι οποίες έχουν αποδειχθεί υπαρκτός κίνδυνος τα τελευταία χρόνια. Κυβερνητικά εγχειρίδια πολιτικής προστασίας συνιστούν, μάλιστα, την ύπαρξη αποθέματος μετρητών σε διαφορετικές ονομαστικές αξίες στο σπίτι και σε περίπτωση εκκένωσης, ακολουθώντας αντίστοιχες συστάσεις κεντρικών τραπεζών της Εσθονίας, της Σουηδίας και των Κάτω Χωρών.

Η αντίφαση, ωστόσο, βρίσκεται στην καθημερινή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Ενώ κράτος και κεντρική τράπεζα καλούν τους πολίτες να διατηρούν μετρητά για τη «μαύρη ώρα», οι εμπορικές τράπεζες περιορίζουν τα ταμεία, κλείνουν φυσικά καταστήματα και δυσκολεύουν τις μεγάλες αναλήψεις. Για ποσά άνω των 20.000 ζλότι απαιτείται στις περισσότερες περιπτώσεις προειδοποίηση μίας ή δύο ημερών, ώστε το κατάστημα να προμηθευτεί τα απαραίτητα μετρητά. Εάν στην περιοχή δεν υπάρχει πλέον υποκατάστημα με ταμείο, ο πελάτης μπορεί να χρειαστεί να μεταβεί σε άλλη πόλη ή να πραγματοποιήσει διαδοχικές αναλήψεις από ΑΤΜ.

Ο οικονομικός αναλυτής του Bankier.pl Βόιτσεχ Μποτσόν επισήμανε στις 6 Αυγούστου 2026 αυτή την αντίφαση, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση συνιστά τη διατήρηση μετρητών για περιπτώσεις παρατεταμένων διακοπών ρεύματος, όταν κάρτες και ΑΤΜ ενδέχεται να μη λειτουργούν, ενώ την ίδια στιγμή οι τράπεζες καθιστούν δυσκολότερη την ανάληψη μεγαλύτερων ποσών.

Η ίδια συζήτηση είχε ανοίξει ήδη από το 2021, όταν ο Γκλαπίνσκι είχε ζητήσει από την κυβέρνηση νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος πληρωμής με μετρητά, ώστε οι επιχειρήσεις να μην μπορούν να αρνούνται το χαρτονόμισμα ή να επιβάλλουν πρόσθετη χρέωση. Οι εξαιρέσεις θα αφορούσαν διαδικτυακές πωλήσεις, επιχειρήσεις χωρίς προσωπικό και μαζικές εκδηλώσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία ευάλωτων ομάδων, όπως οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με αναπηρία.

Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Πολωνία δεν είναι εκείνη μιας χώρας που καταργεί τα μετρητά με νόμο. Είναι περισσότερο η εικόνα μιας τραπεζικής αγοράς που ψηφιοποιείται, περιορίζει τη φυσική της παρουσία και μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της εξυπηρέτησης στο διαδίκτυο και στις εφαρμογές κινητού τηλεφώνου. Την ίδια στιγμή, όμως, το κράτος, η κεντρική τράπεζα και σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το χαρτονόμισμα ως απόθεμα ασφαλείας απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις, διακοπές ηλεκτροδότησης και γεωπολιτικές κρίσεις.

Την αντίφαση αυτή αποτυπώνει και η απασχόληση στον τραπεζικό κλάδο. Ενώ στα κεντρικά γραφεία αυξάνονται οι προσλήψεις σε τομείς όπως η πληροφορική, η ανάλυση δεδομένων και η κυβερνοασφάλεια, στα φυσικά καταστήματα χάθηκαν σχεδόν 1.500 θέσεις εργασίας. Η φυσική παρουσία των τραπεζών περιορίζεται, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί.

Το χαρτονόμισμα μπορεί να χρησιμοποιείται λιγότερο στις καθημερινές συναλλαγές, παραμένει όμως σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων των Πολωνών και ένα πρακτικό απόθεμα για περιπτώσεις κρίσης ή διακοπής των ηλεκτρονικών πληρωμών. Η αντίφαση είναι προφανής: την ώρα που κράτος και κεντρική τράπεζα συνιστούν στους πολίτες να έχουν μετρητά στην άκρη, το τραπεζικό δίκτυο περιορίζει σταθερά τα σημεία και τις δυνατότητες πρόσβασης σε αυτά.

(Πηγές: Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας (NBP) και Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (KNF), στοιχεία 2025–2026· Interia Biznes, 24.8.2026· Bankier.pl, 15.4.2026 και 6.8.2026· Cashless.pl· Money.pl· Euronews, 16.4.2026· TVP World, 18.3.2026· Notes from Poland· Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα)

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link