«Νέο» πολιτικό ξεκίνημα με αιχμές κατά της κυβέρνησης και κεντρικό σύνθημα τη… «νέα Μεταπολίτευση»
Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε το νέο πολιτικό του εγχείρημα στην πλατεία Θησείου, ανακοινώνοντας την ίδρυση της «Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ)». Στην ομιλία του έκανε λόγο για «ραντεβού με την ιστορία», υποστηρίζοντας ότι το νέο κόμμα φιλοδοξεί να εκφράσει εκ νέου τη «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία» και να αποτελέσει δύναμη πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.
Ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το νέο σχήμα δεν επιδιώκει απλώς εναλλαγή εξουσίας, αλλά μια συνολικότερη αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης, δίνοντας έμφαση σε ζητήματα κοινωνικών ανισοτήτων, δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου. Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη για «νέα Μεταπολίτευση», σε ένα περιβάλλον που χαρακτήρισε διεθνώς ασταθές και γεμάτο γεωπολιτικές εντάσεις. Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, ο ίδιος άσκησε κριτική στην κυβέρνηση, κάνοντας λόγο για θεσμικά και οικονομικά προβλήματα και υποστηρίζοντας ότι απαιτείται «σοκ εντιμότητας και δημοκρατίας». Παράλληλα, παρουσίασε τις βασικές προγραμματικές δεσμεύσεις του νέου κόμματος, που περιλαμβάνουν ζητήματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η οικονομική ανάπτυξη, η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και η ψηφιακή δημοκρατία.
Η εκδήλωση στο Θησείο συνοδεύτηκε από την παρουσίαση της ιδρυτικής διακήρυξης και του λογότυπου της νέας πολιτικής δύναμης, με τον Αλέξης Τσίπρας να καλεί πολίτες σε συμμετοχή σε μια «ευρεία δημοκρατική και προοδευτική πανστρατιά», σηματοδοτώντας την έναρξη της νέας πολιτικής του πρωτοβουλίας.

Σε πολιτικό επίπεδο, η κίνηση αυτή μοιάζει περισσότερο με ανακύκλωση ενός ήδη γνωστού πολιτικού αφηγήματος παρά με ουσιαστική ανανέωση περιεχομένου, καθώς δεν διακρίνεται σαφές, διαφοροποιημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης ή πειστική απάντηση στο γιατί ένα νέο σχήμα θα μπορούσε να ανατρέψει ισορροπίες που έχουν ήδη δοκιμαστεί εκλογικά στο πρόσφατο παρελθόν. Άλλωστε, η πολιτική πρόταση του Αλέξη Τσίπρα δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρωτοποριακή ή ουσιαστικά ανανεωτική, τη στιγμή που δεν αμφισβητεί στον πυρήνα τους βασικές στρατηγικές επιλογές διακυβέρνησης, αλλά περισσότερο υπόσχεται μια πιο «αποτελεσματική» ή «προοδευτική» εκδοχή τους.
Υπό αυτή την έννοια, καταγράφεται περισσότερο ως επαναφορά ενός ήδη γνωστού πολιτικού μοντέλου παρά ως ρήξη με αυτό, γεγονός που ενισχύει την εντύπωση ότι πρόκειται για επαναλανσάρισμα, και μάλιστα από πιο συντηρητική θέση, παλαιότερων πολιτικών εργαλείων σε νέο περιτύλιγμα. Η εμπειρία της προηγούμενης διακυβέρνησης και της μετέπειτα εκλογικής φθοράς λειτουργεί αναπόφευκτα ως πλαίσιο αξιολόγησης, καθιστώντας πιο δύσκολη την πειστική προβολή ενός «νέου ξεκινήματος» με όρους πραγματικής πολιτικής τομής.
