Δεκαοκτώ χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία της, η δεύτερη κινηματογραφική περιπέτεια των X-Files αποκτά ένα νέο, αυστηρότερο μοντάζ. Μπορεί όμως το director’s cut του Chris Carter να αλλάξει την ετυμηγορία για την ταινία του 2008;

Η επιστροφή των X-Files δεν αφορά μια νέα υπόθεση των Fox Mulder και Dana Scully, αλλά τη δεύτερη ευκαιρία μιας ταινίας που απογοήτευσε μεγάλο μέρος του κοινού της σειράς.

Το The X-Files: I Want to Believe – Vrach Frankenshteyn κυκλοφόρησε στις 14 Αυγούστου 2026 στο Hulu και στο Disney+. Πρόκειται για ένα νέο, ακατάλληλο για ανηλίκους director’s cut, μέσα από το οποίο ο δημιουργός της σειράς, Chris Carter, επιχειρεί να παρουσιάσει τη σκληρότερη ταινία τρόμου που υποστηρίζει ότι είχε σχεδιάσει εξαρχής. Η νέα έκδοση κατατάσσεται επισήμως στην κατηγορία R και περιγράφεται ως ταινία επιστημονικής φαντασίας και τρόμου από το Hulu.

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο διαφορετικό είναι το νέο μοντάζ. Είναι αν περισσότερο body horror και μια μικρότερη διάρκεια μπορούν να διορθώσουν τα προβλήματα που περιόρισαν την επιτυχία της αρχικής ταινίας.

Η ταινία που άφησε στην άκρη τους εξωγήινους

Το I Want to Believe κυκλοφόρησε το 2008, έξι χρόνια μετά την ολοκλήρωση της αρχικής τηλεοπτικής σειράς. Οι David Duchovny και Gillian Anderson επέστρεψαν στους ρόλους των Mulder και Scully, αλλά η ιστορία δεν ασχολήθηκε με εξωγήινους ή με τη μεγάλη κυβερνητική συνωμοσία της σειράς.

Αντίθετα, ακολούθησε τη λογική ενός αυτοτελούς επεισοδίου «monster of the week». Μια πράκτορας του FBI εξαφανίζεται και ένας καθαιρεμένος καθολικός ιερέας, καταδικασμένος για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, ισχυρίζεται ότι βλέπει οράματα που μπορούν να οδηγήσουν στον εντοπισμό της.

Η έρευνα φέρνει τους Mulder και Scully αντιμέτωπους με απαγωγές γυναικών, ανθρώπινα μέλη θαμμένα στο χιόνι, παράνομα χειρουργεία και ένα ανατριχιαστικό σχέδιο παράτασης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Chris Carter ήθελε να δημιουργήσει μια σκληρή ιστορία τρόμου με αναφορές στον Frankenstein. Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του στο Space.com, η αρχική εκδοχή χρειάστηκε να μονταριστεί δύο φορές, ώστε να εξασφαλιστεί η εμπορικότερη ηλικιακή κατάταξη PG-13 που απαιτούσε η 20th Century Fox.

Τι αλλάζει στο νέο director’s cut

Το Vrach Frankenshteyn δεν αποτελεί απλώς την ταινία του 2008 με μερικές πρόσθετες σκηνές. Ο Carter την επαναμοντάρισε, περιορίζοντας το υλικό γύρω από την προσωπική σχέση του Mulder και της Scully και μεταφέροντας το βάρος στην ιστορία τρόμου.

Η νέα εκδοχή είναι μικρότερη από την κινηματογραφική ταινία των 104 λεπτών. Επαναφέρει σκληρότερες εικόνες από τις απαγωγές και τις χειρουργικές επεμβάσεις, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε μια αδιάκοπη επίδειξη βίας.

Ο ίδιος ο Carter εξήγησε ότι αφαίρεσε μέρος του ερωτικού στοιχείου, επειδή οι μεταγενέστεροι τηλεοπτικοί κύκλοι είχαν ήδη προσφέρει αρκετές στιγμές μεταξύ Mulder και Scully. Στόχος του ήταν να αναδειχθεί περισσότερο «η τρομακτική ταινία» που είχε αρχικά οραματιστεί, σύμφωνα με τη συνέντευξή του στο Parade.

Ο νέος υπότιτλος Vrach Frankenshteyn σημαίνει «Δόκτωρ Φρανκενστάιν» στα ρωσικά και παραπέμπει ευθέως στην πραγματική φύση της υπόθεσης: ανθρώπους που χρησιμοποιούν ξένα σώματα ως ανταλλακτικά, σε μια ακραία προσπάθεια να νικήσουν τον θάνατο.

Ο πραγματικός γιατρός πίσω από την ιστορία

Βασική πηγή έμπνευσης για τον Carter αποτέλεσε ο Αμερικανός νευροχειρουργός Robert J. White, γνωστός για τα πειράματα μεταμόσχευσης κεφαλής σε πιθήκους κατά τη δεκαετία του 1970.

Ο δημιουργός των X-Files είχε ταξιδέψει στο Κλίβελαντ για να συναντήσει τον White και να συζητήσει μαζί του για τα πειράματα και τα ηθικά τους όρια. Για τον Carter, η μετατροπή μιας φαινομενικά αδιανόητης επιστημονικής ιδέας σε πραγματικό πείραμα αποτελούσε ιδανικό υλικό για τον κόσμο των X-Files.

Η νέα εκδοχή αναδεικνύει περισσότερο αυτή τη σύνδεση. Ο τρόμος δεν βρίσκεται μόνο στα ακρωτηριασμένα σώματα, αλλά κυρίως στην ιδέα ότι η επιθυμία για αθανασία μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και την πλήρη απώλεια της ανθρώπινης ηθικής.

Μπορεί το νέο μοντάζ να σώσει την ταινία;

Το αρχικό I Want to Believe συγκέντρωσε περίπου 69,4 εκατ. δολάρια παγκοσμίως, με προϋπολογισμό 30 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με το Box Office Mojo. Στο Rotten Tomatoes διατηρεί βαθμολογία μόλις 32% από τους κριτικούς και αντίστοιχο ποσοστό από το κοινό.

Η απουσία της εξωγήινης μυθολογίας, ο αργός ρυθμός και οι ελλιπώς ανεπτυγμένοι ανταγωνιστές οδήγησαν αρκετούς θεατές στην εκτίμηση ότι η ταινία έμοιαζε περισσότερο με ένα μέτριο τηλεοπτικό επεισόδιο παρά με μια μεγάλη κινηματογραφική επιστροφή.

Οι πρώτες αντιδράσεις για το director’s cut παραμένουν διχασμένες. Η μικρότερη διάρκεια και η ενίσχυση του τρόμου βελτιώνουν την ατμόσφαιρα, αλλά δεν αλλάζουν το βασικό σενάριο. Ο Guardian υποστήριξε ότι οι περισσότερες εικόνες body horror δεν προσφέρουν το βάθος που εξακολουθεί να λείπει από τους κακούς της ιστορίας.

Ο Carter μπορεί να αλλάξει τον ρυθμό, να αφαιρέσει σκηνές και να επαναφέρει υλικό που είχε περιορίσει το στούντιο. Δεν μπορεί, όμως, να ξαναγράψει πλήρως μια ταινία που γυρίστηκε πριν από 18 χρόνια.

Η επόμενη ζωή των X-Files

Η κυκλοφορία του Vrach Frankenshteyn συμπίπτει με μια νέα περίοδο για το franchise. Το Hulu έχει παραγγείλει πιλοτικό επεισόδιο για μια καινούργια εκδοχή των X-Files, την οποία γράφει και σκηνοθετεί ο δημιουργός του Sinners, Ryan Coogler. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκονται η Danielle Deadwyler και ο Himesh Patel.

Η Gillian Anderson έχει διαβάσει το σενάριο του πιλότου, το χαρακτήρισε «πολύ καλό» και ζήτησε από τους παλαιότερους θαυμαστές να αντιμετωπίσουν τη νέα σειρά με ανοικτό μυαλό, σύμφωνα με το TheWrap.

Το νέο μοντάζ δεν διαγράφει την αποτυχία του 2008 ούτε μεταμορφώνει αυτομάτως το I Want to Believe σε κλασική ταινία τρόμου. Προσφέρει, όμως, μια σαφέστερη εικόνα του έργου που ήθελε αρχικά να παραδώσει ο Chris Carter.

Η τελική απόφαση επιστρέφει πλέον στους θεατές: ήταν το I Want to Believe μια καλή ταινία που αλλοιώθηκε από τις απαιτήσεις του στούντιο ή μια προβληματική ιστορία που σήμερα διαθέτει απλώς περισσότερο αίμα;

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link