Από τον αποκλεισμό του Ιράν μέχρι τις γεωπολιτικές συμμαχίες του Τραμπ και της FIFA

Το ποδόσφαιρο εμφανίζεται διαρκώς ως η πιο “καθαρή” γιορτή του αθλητισμού και της παγκόσμιας κοινότητας, ένα θέαμα που ενώνει τους λαούς και τις σημαίες τους, με μια ποικιλία συναισθημάτων κάτω από την ίδια μπάλα, όμως στην πραγματικότητα πίσω από την επιφάνεια της γιορτής, οι μηχανισμοί ισχύος λειτουργούν με ψυχρή ακρίβεια και βαθιά πολιτική στόχευση. Έτσι, μετατρέπουν διοργανώσεις όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο σε μια συμπυκνωμένη, και ιδιαίτερα δυσάρεστη, εκδοχή του κόσμου όπως πραγματικά είναι: άνισου, βίαιου, σκληρού, ταξικά και γεωπολιτικά ιεραρχημένου.

Η πρόσφατη απόφαση για ακύρωση της διάθεσης εισιτηρίων προς τους Ιρανούς φιλάθλους, δεν αποτελεί απλώς μια “διοικητική δυσλειτουργία”, αλλά ένα ακόμη επεισόδιο στο διαρκές μοτίβο αποκλεισμών που συνοδεύει τις μεγάλες διοργανώσεις και ιδιαίτερα στο επερχόμενο Μουντιάλ που αξιοποιείται από την κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για να επιβεβαιωσει την παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ μέσα σε μια περίοδο πολέμου προς το Ιράν, που βρίσκει χαμένη την αμερικάνικη πλευρά, κι ενώ η σύμμαχος χώρα του κράτους τρομοκράτη του Ισραήλ συνεχίζει την γενοκτονική δράση της στη γη της Παλαιστίνης. Από την πλευρά της ιρανικής ομοσπονδίας, καταγγέλθηκε ότι ανακλήθηκε η ειδική κατανομή εισιτηρίων που είχε προβλεφθεί για τους αγώνες της εθνικής ομάδας στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι η διαδικασία διάθεσης είχε ήδη ξεκινήσει και πολλοί φίλαθλοι είχαν προχωρήσει σε ταξιδιωτικές και οργανωτικές προετοιμασίες, με αποτέλεσμα η αιφνίδια αυτή ανατροπή να εκλαμβάνεται ως πρακτική αποστέρησης πρόσβασης και όχι ως απλή τεχνική αλλαγή. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται από την ιρανική πλευρά με το αυστηρό καθεστώς περιορισμών εισόδου και βίζας που ισχύει για πολίτες της χώρας, σε ένα πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που επιβαρύνει ήδη μια τεταμένη γεωπολιτική σχέση, μετατρέποντας την παρουσία στο γήπεδο από αυτονόητη αθλητική εμπειρία σε προνόμιο που εξαρτάται από κρατικές εγκρίσεις και αποκλεισμούς. Έτσι, η πρόσβαση στο ίδιο το θέαμα παύει να είναι δικαίωμα —ένα ήδη ακριβό δικαίωμα, αν συνυπολογιστούν οι τιμές των εισιτηρίων που από μόνες τους αποκλείουν ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες και κοινωνικά στρώματα από τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη διοργάνωση— και μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής και γραφειοκρατικής διαπραγμάτευσης, με τους φιλάθλους της διασποράς να διατηρούν μόνο περιορισμένες δυνατότητες πρόσβασης, ενώ για τη μεγάλη πλειονότητα η φυσική παρουσία στους αγώνες καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη.

Ένα Μουντιάλ με μεγάλο περιβαλλοντικό κόστος

Την ίδια στιγμή, η διοργάνωση του φετινού Μουντιάλ, υπό τη σκιά της διευρυμένης γεωγραφίας και των τριών χωρών φιλοξενίας, λειτουργεί ως μια τεράστια μηχανή παραγωγής εκπομπών άνθρακα, με υπολογισμούς που μιλούν για 7,8 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, διαμορφώνοντας ένα περιβαλλοντικό αποτύπωμα που ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Όλα τα παραπάνω αποκαλύπτουν ότι η λεγόμενη “πράσινη μετάβαση” του παγκόσμιου αθλητισμού δεν αποτελεί παρά ένα ακόμη επικοινωνιακό φίλτρο πάνω σε μια βαθιά αντιφατική πραγματικότητα, όπου η βιωσιμότητα υποτάσσεται στην εμπορευματική επέκταση και η οικολογία λειτουργεί ως άλλοθι -αν όχι ως εργαλείο- ενός χυδαίου και επικίνδυνου διοικητικού, κρατικού και επιχειρηματικού μοντέλου που εξακολουθεί να βασίζεται στην υπερκατανάλωση μετακινήσεων και θεάματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η FIFA εμφανίζεται ως ένας υπερεθνικός διαχειριστής του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που ταυτόχρονα διακηρύσσει περιβαλλοντικούς στόχους και αποφεύγει να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το ίδιο το τουρνουά, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως ρυθμιστής που δεν παρεμβαίνει στις αποφάσεις κρατών για βίζες, αποκλεισμούς ή μετακινήσεις προσώπων, όπως φάνηκε και στην υπόθεση του κορυφαίου Σομαλού διαιτητή που του απαγορεύτηκε η είσοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που αναδεικνύει πώς το ποδόσφαιρο παραμένει εγκλωβισμένο μέσα σε κρατικούς μηχανισμούς επιτήρησης και πολιτικών αποκλεισμών, παρά τη ρητορική της “ουδετερότητας”. Αντίθετα, αυτή η συγκεκριμένη “ουδετερότητα” εξυπηρετεί, με τρόπο απολύτως συνειδητό, τους πολεμικούς και πολιτικούς σκοπούς της ακροδεξιάς κυβέρνησης των ΗΠΑ, η οποία βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία, κατά την κρίση της πάντα, να σπείρει το δηλητήριο του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας μέσα από μια διεθνή αθλητική διοργάνωση.

Σε αυτή την περίπτωση, το κρίσιμο σημείο είναι ότι εάν κάποια χώρα από τις λεγόμενες του “Τρίτου κόσμου” ή από εκείνες που, σύμφωνα με τη δυτική οπτική, υποθάλπουν την τρομοκρατία, αμέσως θα είχαν ξεσηκωθεί διεθνείς αντιδράσεις από την πλευρά των καπιταλιστικών χωρών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Και η υποκρισία δεν σταματά εκεί: το Ιράν αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια στην παρουσία του στις ΗΠΑ, με πιθανές δυσκολίες και μέσα στο γήπεδο, αλλά το κράτος τρομοκράτης του Ισραήλ που εξοντώνει τον ηρωικό παλαιστινιακό λαό μέρα με τη μέρα, δεν λείπει από καμία διεθνή διοργάνωση είτε λέγεται Ευρωλίγκα, είτε… Eurovision. Αλλά και με τον αποκλεισμό των Ρώσων αθλητών από τις παγκόσμιες διοργανώσεις δεν συνέβη το ίδιο; Όχι επειδή ενεργοποιήθηκε κάποια ευαισθησία απέναντι στον ουκρανικό λαό, αλλά γιατί τέτοιες αποφάσεις εξυπηρέτησαν συγκεκριμένους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς.

Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στο πολιτικό σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη σκληρή μεταναστευτική ατζέντα που ανέπτυξε ήδη από την αρχή της προεδρίας του και τη στοχοποίηση χωρών όπως η Σομαλία, επαναφέρει -όπως ήδη έχει αποδειχθεί- με ωμό τρόπο την παλιά σύνδεση μεταξύ αθλητισμού και κρατικής ισχύος, καθώς ακόμη και η συμμετοχή ή η φυσική παρουσία ανθρώπων που σχετίζονται με τη διοργάνωση μπορεί να εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις που δεν έχουν καμία σχέση με το ίδιο το ποδόσφαιρο. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως το πραγματικό υπόβαθρο ενός αθλητικού κόσμου που υποκρίνεται ότι βρίσκεται “πάνω” από την πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα τη φέρει εντός του σε κάθε απόφαση, κάθε αποκλεισμό, κάθε σιωπή και κάθε ανοχή ή μη αντίδραση απέναντι σε συγκρούσεις και ανισότητες που καθρεφτίζονται και στο ίδιο το ποδόσφαιρο ως παγκόσμιο προϊόν.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο η υποκρισία των θεσμών, αλλά η δομική τους λειτουργία μέσα σε ένα σύστημα όπου το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε βιομηχανία υπερκέρδους, θεάματος και γεωπολιτικής προβολής, όπου οι φίλαθλοι μετακινούνται ως ρεύματα κατανάλωσης, οι ομάδες σε προϊόν προς αγορά και πώληση, και οι διοργανώσεις ως επενδυτικά σχέδια, με αποτέλεσμα ακόμη και η πιο αυθεντική στιγμή του παιχνιδιού να ενσωματώνεται σε έναν κύκλο εμπορευματοποίησης που δεν αφήνει περιθώριο για ρωγμές, αμφισβήτηση ή πραγματική λαϊκή ιδιοποίηση του αθλήματος. Και κάπως έτσι, το Μουντιάλ αποδεικνύεται ότι αποτελεί έναν καθρέφτη του παγκόσμιου καπιταλισμού στην πιο καθαρή του μορφή: με πολιτικούς, κοινωνικούς και ρατσιστικούς αποκλεισμούς ολόκληρων χωρών, που θυμίζουν τις χειρότερες παραδόσεις της αποικιοκρατίας, με κλιμάκωση της περιβαλλοντικής καταστροφής, με πολιτικές παρεμβάσεις, ενώ οι φίλαθλοι καλούνται να χειροκροτήσουν ένα θέαμα το οποίο, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι, παραμένει δεμένο σε ένα πλέγμα εξουσίας που καθορίζει ποιος τελικά πληρώνει το πραγματικό κόστος της μεγάλης γιορτής.

Η πραγματική συζήτηση, λοιπόν, δεν αφορά το αν το ποδόσφαιρο είναι “καλό” ή “κακό”, αλλά το ποιος το ελέγχει, προς όφελος ποιου λειτουργεί και, κυρίως, ποιοι αποκλείονται συστηματικά από το δικαίωμα να το ζήσουν όχι ως προϊόν, αλλά ως κοινό αγαθό. Και αυτή η απάντηση, όσο κι αν αποσιωπάται μέσα στη λάμψη των γηπέδων και των μεταδόσεων, παραμένει το πιο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα της εποχής του παγκόσμιου αθλητικού θεάματος. Εκεί ακριβώς τίθεται και το ζήτημα του αθλητισμού που θέλουμε ή, που οφείλουμε να διεκδικήσουμε: ενός αθλητισμού που δεν θα λειτουργεί ως παράρτημα της αγοράς και των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, αλλά που θα αντλεί ξανά από τις εργατικές του ρίζες, από τις συλλογικές μορφές οργάνωσης, από την κοινότητα και τη συμμετοχή χωρίς φραγμούς, ενάντια στην εμπορευματοποίηση που μετατρέπει τα πάντα σε προϊόν και την εμπειρία σε κατανάλωση. Για έναν αθλητισμό που θα αντιστέκεται στην αλλοτρίωση του θεάματος, στην εργαλειακή χρήση των διοργανώσεων από κράτη και πολυεθνικά συμφέροντα, και που θα στέκεται απέναντι σε κάθε λογική πολέμου, αποκλεισμών και ιεραρχίας, υπερασπιζόμενος το παιχνίδι ως συλλογική πράξη ελευθερίας και όχι ως μηχανισμό κέρδους και επιβολής.

Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece


About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link