Υπερφυσικός τρόμος, μαύρο χιούμορ και μια ειρωνική ματιά πάνω στις ρομαντικές φαντασιώσεις μιας γενιάς που δυσκολεύεται να επικοινωνήσει
Η «Εμμονή» (Obsession) του Κάρι Μπάρκερ αποτελεί μία από τις πιο απρόσμενες κινηματογραφικές επιτυχίες της χρονιάς, μια μικρή σε προϋπολογισμό παραγωγή που κατάφερε να μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό φαινόμενο, αποδεικνύοντας ότι ο τρόμος εξακολουθεί να βρίσκει νέους δρόμους προς το κοινό. Η ταινία, που δημιουργήθηκε με κόστος μόλις 750.000 δολάρια και ξεπέρασε κατά πολύ τα 300 εκατομμύρια δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις, δεν στηρίζεται μόνο στην επιτυχία της ως κινηματογραφική έκπληξη, αλλά κυρίως στην ικανότητά της να συνδυάζει διαφορετικά είδη: λειτουργεί ως ψυχολογικό θρίλερ, ως ταινία τρόμου, αλλά ταυτόχρονα αποδομεί και σαρκάζει τους ίδιους τους μηχανισμούς του είδους, φτάνοντας σε στιγμές όπου ο φόβος και το γέλιο συνυπάρχουν μέσα στην ίδια σκηνή.
Η ιστορία ακολουθεί τον Μπάρον «Μπερ» Μπέιλι (Μάικλ Τζόνστον), έναν νεαρό υπάλληλο δισκοπωλείου που είναι κρυφά ερωτευμένος με τη φίλη και συνάδελφό του Νίκι Φρίμαν (Ίντε Ναβαρέτε), χωρίς όμως να έχει το θάρρος να της εκφράσει τα αισθήματά του. Όταν η ευκαιρία της εξομολόγησης χάνεται και η απογοήτευση τον κυριεύει, καταφεύγει σε μια εύκολη και επικίνδυνη λύση: αγοράζει ένα μυστηριώδες αντικείμενο, το «One Wish Willow», ένα παιχνίδι που υπόσχεται να πραγματοποιήσει μία και μοναδική ευχή. Ο Μπερ εύχεται η Νίκι να τον αγαπήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στον κόσμο και η επιθυμία του πραγματοποιείται αμέσως, μόνο που η αγάπη που αποκτά δεν έχει καμία σχέση με εκείνη που φανταζόταν. Αξίζει να σημειωθεί ότι η χρήση ενός μαγικού αντικειμένου για την εκπλήρωση μιας επιθυμίας ή σκοπού είναι ένας εξαιρετικά παλιός και διαχρονικός τροπικός μηχανισμός. Ξεκινά από το λυχνάρι του Αλαντίν, περνάει από το κλασικό «The Monkey’s Paw» (1902) του W.W. Jacobs και συνεχίζει μέχρι τον σύγχρονο τρόμο (Η Ζώνη του Λυκόφωτος, Παρασκευή και 13). Το σημαντικό όμως στην «Εμμονή» δεν είναι η ιδέα αυτή καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται αυτό το μέσο.

Ο Μπάρκερ χτίζει σταδιακά έναν εφιάλτη όπου η μεγαλύτερη απειλή δεν προέρχεται από κάποιο παραδοσιακό τέρας ή μια υπερφυσική οντότητα, αλλά από μια ανθρώπινη σχέση που χάνει κάθε στοιχείο ελευθερίας και συναίνεσης. Η Νίκι μετατρέπεται σε μια ακραία εκδοχή της αγάπης χωρίς όρια, μια παρουσία που γίνεται ολοένα πιο ασφυκτική, απρόβλεπτη και τρομακτική, καθώς η ανάγκη της για τον Μπερ μετατρέπεται σε απόλυτη εξάρτηση και καταστροφική προσκόλληση. Η ταινία πετυχαίνει επειδή δεν παρουσιάζει απλώς μια «κακή» ή «τρελή» γυναίκα, αλλά εξετάζει το πώς μια επιθυμία που ξεκίνησε από την ανάγκη για αποδοχή μπορεί να οδηγήσει σε μια σχέση όπου ο ένας άνθρωπος παύει να βλέπει τον άλλον ως αυτόνομη προσωπικότητα.
Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της «Εμμονής»: ο πραγματικός τρόμος δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι η ευχή πάει στραβά, αλλά στο ότι η ευχή πραγματοποιείται ακριβώς όπως ζητήθηκε εφόσον ο Μπερ δεν θέλει πραγματικά τη Νίκι ως ξεχωριστό άνθρωπο με δικές της επιλογές και επιθυμίες, αλλά ως επιβεβαίωση της δικής του αξίας, ως απάντηση στον φόβο της απόρριψης και στη μοναξιά του. Όταν τελικά αποκτά αυτό που ονειρευόταν, ο Μπερ ανακαλύπτει ότι μια αγάπη χωρίς ελευθερία δεν είναι ρομαντική δικαίωση αλλά μια μορφή κατοχής, ελέγχου και τρόμου, μέσα σε μια τοξική σχέση που διαλύει και τους δύο ανθρώπους. Η ταινία, όμως, προχωρά ένα βήμα παραπέρα και θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι πραγματικά ο θύτης και ποιος το θύμα; Γιατί πίσω από την εφιαλτική συμπεριφορά της Νίκι υπάρχει μια αρχική πράξη επιβολής, μια επιθυμία που της αφαίρεσε τη δυνατότητα να επιλέξει. Και γι’ αυτό η «Εμμονή» ανατρέπει τις συμβάσεις του είδους: το πραγματικό θύμα δεν είναι ο Μπερ, ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει τις συνέπειες της ευχής του, αλλά η Νίκι, η οποία παγιδεύεται σε μια αγάπη που ποτέ δεν επέλεξε.

Κοινωνικές ανασφάλειες
Η ταινία σχολιάζει έτσι με έξυπνο τρόπο τις σύγχρονες ανασφάλειες γύρω από τις σχέσεις, την επικοινωνία και τη δυσκολία μιας γενιάς να αντιμετωπίσει την απόρριψη και την ευαλωτότητα. Ο Μπερ δεν είναι ένας παραδοσιακός κακός χαρακτήρας αλλά ένας νέος άνθρωπος που φοβάται τόσο πολύ να ακούσει ένα «όχι», ώστε επιλέγει να καταργήσει την ίδια τη δυνατότητα επιλογής της άλλης πλευράς. Η «Εμμονή» μετατρέπει αυτή την ιδέα σε έναν κινηματογραφικό εφιάλτη, αποκαλύπτοντας πως η επιθυμία για μια τέλεια σχέση μπορεί να κρύβει μια βαθύτερη ανάγκη ελέγχου και κατοχής. Όμως η ταινία δεν σταματά εκεί· θέτει ένα ακόμη πιο σύνθετο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ο έλεγχος που αρχικά ασκήθηκε πάνω στον άλλον επιστρέφει με βίαιο και ανεξέλεγκτο τρόπο προς την αντίθετη κατεύθυνση; Η «Εμμονή» απαντά με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, μετατρέποντας μια ιστορία ερωτικής φαντασίωσης σε μια σκοτεινή μελέτη πάνω στην εξουσία, την εξάρτηση και τις καταστροφικές συνέπειες μιας αγάπης που έχει χάσει κάθε έννοια ελευθερίας.
Ο Κάρι Μπάρκερ χειρίζεται με αξιοσημείωτη οικονομία την αφήγησή του, αποφεύγοντας περιττές εξηγήσεις για την προέλευση του μυστηριώδους αντικειμένου ή το παρελθόν της Νίκι. Το υπερφυσικό στοιχείο παραμένει περισσότερο ως αφορμή για την εξέλιξη της ιστορίας παρά ως το κεντρικό θέμα της ταινίας. Ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται περισσότερο για την ψυχολογική κατάρρευση των χαρακτήρων και για το πώς μια φαινομενικά ρομαντική επιθυμία μπορεί να αποκαλύψει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ερμηνεία της Ίντε Ναβαρέτε, η οποία καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο τρομακτικό, το τραγικό και το παράλογο. Η ηθοποιός δημιουργεί έναν χαρακτήρα που προκαλεί ταυτόχρονα φόβο και οίκτο, καθώς η Νίκι μοιάζει να βρίσκεται παγιδευμένη μέσα σε μια κατάσταση που δεν ελέγχει. Οι αλλαγές στη συμπεριφορά της, οι ξαφνικές εκρήξεις και η αλλόκοτη παρουσία της δημιουργούν αρκετές από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας. Παράλληλα, ο Μάικλ Τζόνστον αποδίδει πειστικά την ενοχή, τον φόβο και την αδυναμία ενός ανθρώπου που βλέπει την ίδια του την επιθυμία να καταστρέφει ό,τι ήθελε να αποκτήσει.
Η «Εμμονή» διαθέτει επίσης εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και μια ιδιαίτερα αποτελεσματική χρήση της μουσικής και του ήχου. Η ταινία συχνά δημιουργεί μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας, αφήνοντας τον θεατή να πιστεύει ότι βρίσκεται σε μια ήρεμη σκηνή, πριν διακόψει απότομα την ηρεμία με μια τρομακτική αποκάλυψη ή ένα καλοτοποθετημένο jump scare. Ωστόσο, ο Μπάρκερ δεν καταφεύγει στον τρόμο μόνο για να προσφέρει εύκολες εκπλήξεις και στιγμές έντασης. Αντίθετα, αξιοποιεί τους μηχανισμούς του είδους για να μεταφέρει στον θεατή την ίδια αίσθηση αμηχανίας, φόβου και ανασφάλειας που βιώνει ο Μπερ απέναντι στη μεταμόρφωση της Νίκι, δημιουργώντας έναν εφιάλτη όπου η πραγματική απειλή δεν είναι το υπερφυσικό, αλλά η απρόβλεπτη κατάρρευση μιας ανθρώπινης σχέσης.
Ταυτόχρονα, και αυτό είναι το κορυφαίο σημείο της, η ταινία έχει μια σαφή διάθεση παρωδίας απέναντι σε αρκετές συμβάσεις του είδους. Ορισμένες από τις πιο ακραίες στιγμές τρόμου οδηγούνται σκόπιμα προς το παράλογο, με αποτέλεσμα η αίθουσα να αντιδρά με γέλιο, όχι επειδή η ταινία αποτυγχάνει να τρομάξει, αλλά επειδή καταλαβαίνει τη μακάβρια υπερβολή των ίδιων των εικόνων της και των κλισέ του είδους. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στον φόβο και το χιούμορ είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας και ένας από τους λόγους που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Η «Εμμονή» δεν παίρνει υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό της, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο μιας απλής αναπαραγωγής της αισθητικής και των συμβάσεων του είδους χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Παρότι η «Εμμονή» απέχει αρκετά από το να θεωρηθεί κορυφαία ταινία τρόμου και δεν διαθέτει το βάθος, τη φιλοσοφική διάσταση ή την επιδραστικότητα έργων με μεταφυσικό υπόβαθρο όπως η «Ομίχλη» (1980) του Τζον Κάρπεντερ ή η «Μύγα» (1986) του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, ούτε άλλωστε φιλοδοξεί να κινηθεί στο ίδιο επίπεδο, διαθέτει φρέσκες ιδέες, σύγχρονες ανησυχίες και μια ενδιαφέρουσα κοινωνική διάσταση που την καθιστούν κάτι περισσότερο από μια απλή ταινία είδους. Δεν περιορίζεται σε νοσταλγικές αναφορές στο παλιό σινεμά τρόμου ούτε προσπαθεί απλώς να αναπαράγει γνωστές φόρμες, αλλά επιχειρεί να μιλήσει για τον φόβο της απόρριψης, την ανάγκη για επιβεβαίωση και τη διαφορά ανάμεσα στην αγάπη και την κατοχή.
Συμπερασματικά, μπορεί να μην είναι μια σπουδαία ταινία, όμως είναι μια ιδιαίτερα διασκεδαστική, έξυπνη και αποτελεσματική κινηματογραφική εμπειρία, που ξέρει πότε να τρομάξει, πότε να σαρκάσει τον ίδιο της τον τρόμο και πότε να αφήσει τον θεατή αντιμέτωπο με μια πιο δυσάρεστη σκέψη: ότι ο μεγαλύτερος εφιάλτης δεν είναι πάντα αυτό που εμφανίζεται μπροστά μας, αλλά αυτό που κάποιος άνθρωπος μπορεί να γίνει όταν η επιθυμία του πραγματοποιείται χωρίς κανένα όριο.
Βαθμολογία: 7.5/10
(Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece)
