Στις 20 Αυγούστου 1890 γεννήθηκε στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ των Ηνωμένων Πολιτειών ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λογοτεχνίας του φανταστικού και του μακάβριου στον 20ό αιώνα. Το έργο του, που συνδύασε τον τρόμο, τη φαντασία και στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, δημιούργησε έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό κόσμο, με κορυφαίο δημιούργημά του τον μύθο του Κθούλου. Αν και στη διάρκεια της ζωής του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό άγνωστος και αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, μετά τον θάνατό του το έργο του γνώρισε μια εντυπωσιακή αναγνώριση και επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη λογοτεχνία τρόμου και του φανταστικού.
Ο Λάβκραφτ ήταν μοναχοπαίδι του Γουίνφιλντ Σκοτ Λάβκραφτ και της Σάρα Σούζαν Λάβκραφτ. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από οικογενειακές τραγωδίες. Το 1893, όταν ήταν μόλις τριών ετών, ο πατέρας του εισήχθη στο νοσοκομείο Μπάτλερ του Πρόβιντενς, όπου παρέμεινε για αρκετά χρόνια μέχρι τον θάνατό του το 1898. Ο μικρός Χάουαρντ μεγάλωσε στη συνέχεια με τη μητέρα του, τις θείες του και τους παππούδες του. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η σχέση του με τον παππού του, Γουίπλ Βαν Μπιούρεν Φίλιπς, ο οποίος ενθάρρυνε από νωρίς την αγάπη του για τη λογοτεχνία, την κλασική παράδοση και την ποίηση.
Από πολύ μικρή ηλικία ο Λάβκραφτ έδειξε έντονη κλίση προς τα γράμματα αλλά και τις επιστήμες. Τα πρώτα γνωστά λογοτεχνικά του κείμενα χρονολογούνται από την ηλικία των επτά ετών και ήταν ποιήματα βασισμένα στην «Οδύσσεια» και σε άλλες ιστορίες της ελληνορωμαϊκής μυθολογίας. Λίγο αργότερα στράφηκε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην αστρονομία και τη χημεία. Το 1902 άρχισε μάλιστα να εκδίδει το «Rhode Island Journal of Astronomy», χρησιμοποιώντας μια απλή μέθοδο αναπαραγωγής εντύπων. Η αστρονομία δεν αποτέλεσε απλώς ένα παιδικό ενδιαφέρον, αλλά εξελίχθηκε σε βασικό στοιχείο της κοσμοθεωρίας του και αργότερα θα συνδεόταν άμεσα με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε λογοτεχνικά τη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν.
Καθοριστική υπήρξε και η εμπειρία των παιδικών του εφιαλτών. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, το 1896, ο Λάβκραφτ άρχισε να βιώνει επαναλαμβανόμενους εφιάλτες με παράξενα όντα, τα οποία αργότερα θα ονόμαζε «night-gaunts». Οι εικόνες αυτές, επηρεασμένες μεταξύ άλλων από τις εικονογραφήσεις του Γκυστάβ Ντορέ, παρέμειναν στη φαντασία του και δεκαετίες αργότερα πέρασαν στη μυθοπλασία του. Ήδη από την παιδική του ηλικία, επομένως, διαμορφωνόταν ένας κόσμος όπου ο φόβος, το άγνωστο και το υπερφυσικό συνδέονταν με την προσωπική του φαντασία και τις εικόνες που γεννούσαν τα όνειρά του.
Η οικονομική καταστροφή της οικογένειάς του στις αρχές του 20ού αιώνα επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την απομόνωσή του. Ο παππούς του έχασε μεγάλο μέρος της περιουσίας του και πέθανε το 1904, με αποτέλεσμα ο Λάβκραφτ και η μητέρα του να εγκαταλείψουν το μεγάλο οικογενειακό σπίτι. Παράλληλα, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε από παιδί τον ανάγκασαν να διακόπτει συχνά τη σχολική του φοίτηση. Το 1908, λίγο πριν από την αποφοίτησή του από το λύκειο, υπέστη μια σοβαρή κρίση, την οποία ο ίδιος περιέγραφε αργότερα ως «νευρική κατάρρευση». Δεν ολοκλήρωσε ποτέ το λύκειο και, παρότι σχεδίαζε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, δεν παρακολούθησε ανώτερες σπουδές.
Παρά τις δυσκολίες, η σχέση του με τη γραφή δεν διακόπηκε. Στις αρχές της δεκαετίας του 1910 άρχισε να δημοσιεύει επιστολές και κείμενα σε περιοδικά, ενώ το 1914 εντάχθηκε στην United Amateur Press Association. Η ενασχόλησή του με τον ερασιτεχνικό Τύπο αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία του, καθώς του προσέφερε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον, νέες γνωριμίες και την αίσθηση ότι μπορούσε να βρει μια θέση στον κόσμο των γραμμάτων. Για μεγάλο μέρος της επόμενης δεκαετίας ασχολήθηκε ενεργά με την ερασιτεχνική δημοσιογραφία, θεωρώντας την σημαντικό πεδίο άσκησης για έναν συγγραφέα.
Το 1916 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα, «Ο Αλχημιστής», και στη συνέχεια άρχισε να γράφει ολοένα περισσότερο πεζογραφία. Ακολούθησαν έργα όπως «Ο Τάφος» και «Ντάγκον», με το δεύτερο να θεωρείται από τα πρώτα κείμενα στα οποία εμφανίζονται με σαφήνεια οι ιδέες και τα μοτίβα που θα χαρακτήριζαν τη μεταγενέστερη δημιουργία του. Το 1919 δημοσίευσε το «Πέρα από το Τείχος του Ύπνου», το οποίο αποτέλεσε και την πρώτη του ιστορία με έντονα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας.
Σταδιακά, η λογοτεχνική του φωνή άρχισε να αποκτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για τα οποία θα γινόταν γνωστός. Η γνωριμία του με το έργο του λόρδου Ντάνσανι επηρέασε έντονα την περίοδο γύρω από το 1919 και οδήγησε σε μια σειρά ιστοριών που αργότερα εντάχθηκαν στον λεγόμενο «Κύκλο των Ονείρων». Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έγραψε έργα όπως «Οι γάτες της Ούλθαρ» και «Κελεφαΐς», ενώ την ίδια περίοδο άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα κείμενα που θα συνδέονταν με τον μύθο του Κθούλου.
Ο μύθος του Κθούλου δεν ήταν ένα ενιαίο έργο ούτε ένα πλήρως οργανωμένο σύστημα που δημιούργησε εξαρχής ο ίδιος ο Λάβκραφτ. Αποτελεί έναν ευρύτερο μυθολογικό κόσμο που συγκροτήθηκε μέσα από τα διηγήματά του και αργότερα διευρύνθηκε από άλλους συγγραφείς. Κοινός άξονας είναι η αποκάλυψη μιας πραγματικότητας στην οποία ο άνθρωπος δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος και όπου αρχαίες, εξωγήινες ή κοσμικές οντότητες υπερβαίνουν κατά πολύ τις ανθρώπινες δυνατότητες κατανόησης. Το στοιχείο αυτό συνδέεται με την κοσμική αντίληψη του Λάβκραφτ, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα αποτελεί ένα ασήμαντο μέρος ενός αχανέστερου και αδιάφορου σύμπαντος.
Το 1921, με τον θάνατο της μητέρας του, ο Λάβκραφτ πέρασε ακόμη μία βαθιά προσωπική δοκιμασία. Παράλληλα, όμως, άρχισε να γίνεται περισσότερο κοινωνικός και να συμμετέχει σε συγκεντρώσεις και συναντήσεις συγγραφέων. Την ίδια χρονιά γνώρισε τη Σόνια Γκριν, με την οποία παντρεύτηκε το 1924. Το ζευγάρι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου ο Λάβκραφτ ήρθε σε επαφή με έναν ευρύτερο κύκλο συγγραφέων και διανοουμένων.
Η περίοδος της Νέας Υόρκης, ωστόσο, εξελίχθηκε διαφορετικά από όσο είχε αρχικά ελπίσει. Η οικονομική κατάσταση του ζευγαριού επιδεινώθηκε, η σύζυγός του αντιμετώπισε επαγγελματικές και οικονομικές δυσκολίες και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να βρει σταθερή εργασία. Στην πόλη αισθάνθηκε όλο και περισσότερο απομονωμένος και ξένος. Παρ’ όλα αυτά, εκεί συνέχισε να γράφει και να επεξεργάζεται μερικά από τα σημαντικότερα κείμενά του. Ανάμεσα σε αυτά ήταν το «The Horror at Red Hook», το «He» και, κυρίως, το «The Call of Cthulhu», όπου η ιδέα της ανθρώπινης insignificance απέναντι στο κοσμικό άγνωστο αποκτά κεντρική θέση.
Το 1926 επέστρεψε στο Πρόβιντενς, όπου πέρασε την τελευταία και πιο παραγωγική περίοδο της ζωής του. Εκεί έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, ανάμεσά τους «Το κάλεσμα του Κθούλου», «Η περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Γουόρντ», «Ο Ίσκιος πάνω από το Ίνσμουθ» και «Στα βουνά της τρέλας». Παράλληλα, ασχολήθηκε εκτεταμένα με διορθώσεις και αναθεωρήσεις έργων άλλων συγγραφέων, ενώ πραγματοποίησε και ταξίδια σε διάφορες περιοχές της ανατολικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παρά την παραγωγικότητά του, ο Λάβκραφτ δεν κατάφερε ποτέ να ζήσει από τη λογοτεχνία του. Πολλά έργα του έμεναν αδημοσίευτα ή απορρίπτονταν, ενώ ο ίδιος συχνά εγκατέλειπε την προσπάθεια να πουλήσει μια ιστορία μετά από μία απόρριψη. Οι περισσότερες ιστορίες του δημοσιεύονταν σε περιοδικά του είδους, με σημαντικότερο το «Weird Tales», από το οποίο άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστός στους κύκλους της λογοτεχνίας του φανταστικού.
Η γραφή του χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη σύνθεση τρόμου, φαντασίας και επιστημονικής σκέψης. Η διαστρέβλωση του χώρου και του χρόνου, οι άγνωστες κοσμικές δυνάμεις, οι αρχαίες οντότητες και η αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει πλήρως την πραγματικότητα αποτελούν σταθερά μοτίβα της μυθοπλασίας του. Ταυτόχρονα, η βαθιά γνώση της ιστορίας και της γεωγραφίας της Νέας Αγγλίας έδινε στα φανταστικά του αφηγήματα μια ιδιαίτερη αίσθηση πραγματικότητας. Η κριτική αναγνώρισε επίσης την ποιητικότητα της γλώσσας του και το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο που πέτυχε μέσα σε ένα είδος το οποίο για πολλά χρόνια αντιμετωπιζόταν ως περιθωριακό.
Η προσωπικότητα και οι απόψεις του Λάβκραφτ παραμένουν, ωστόσο, ένα σύνθετο και αντιφατικό κομμάτι της κληρονομιάς του. Στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής του διατηρούσε συντηρητικές και παραδοσιακές αντιλήψεις και εξέφρασε επανειλημμένα ρατσιστικές και ξενοφοβικές απόψεις, οι οποίες σήμερα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συζήτησης γύρω από το έργο και την προσωπικότητά του. Αργότερα, ιδιαίτερα μετά τη Μεγάλη Ύφεση, οι πολιτικές του αντιλήψεις μετακινήθηκαν προς τον σοσιαλισμό, χωρίς όμως να εγκαταλείψει πλήρως τις ελιτίστικες και αριστοκρατικές αντιλήψεις του.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σημαδεύτηκαν από επιδείνωση της υγείας του και από την ολοένα μεγαλύτερη αδυναμία του να συνεχίσει τη λογοτεχνική παραγωγή με τον ίδιο ρυθμό. Στα τέλη του 1936 κυκλοφόρησε σε βιβλιακή μορφή «Ο Ίσκιος πάνω από το Ίνσμουθ», σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, όμως η έκδοση δεν γνώρισε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Λίγο αργότερα ο Λάβκραφτ αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία τελικά αποδείχθηκε ότι οφείλονταν σε καρκίνο του λεπτού εντέρου.
Ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ πέθανε στις 15 Μαρτίου 1937 στο Πρόβιντενς, σε ηλικία μόλις 46 ετών. Κατά τη διάρκεια της ζωής του είχε γνωρίσει περιορισμένη αναγνώριση και δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει οικονομική ασφάλεια από τη συγγραφική του εργασία. Μετά τον θάνατό του, όμως, το ενδιαφέρον για το έργο του αυξήθηκε σταδιακά και από τη δεκαετία του 1970 άρχισε μια ευρύτερη μελέτη και επανεκτίμηση της λογοτεχνικής του κληρονομιάς. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του υπερφυσικού τρόμου του 20ού αιώνα.
Τα σημαντικότερα έργα του, που έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, περιλαμβάνουν «Το κάλεσμα του Κθούλου», «Η περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Γουόρντ», «Στα βουνά της τρέλας» και «Ο Ίσκιος πάνω από το Ίνσμουθ». Ο Κθούλου, η πιο αναγνωρίσιμη δημιουργία του, ξεπέρασε τα όρια της λογοτεχνίας και πέρασε στη μουσική, τον κινηματογράφο, τα παιχνίδια και τη σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα. Το έργο του ενέπνευσε, μεταξύ άλλων, και συγκροτήματα της χέβι-μέταλ, όπως οι Metallica και οι Cradle of Filth.
Ο Λάβκραφτ δεν δημιούργησε απλώς μια σειρά από τέρατα και ιστορίες τρόμου. Δημιούργησε μια ιδιαίτερη αντίληψη για τον τρόμο, όπου το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι μόνο αυτό που βρίσκεται απέναντι στον άνθρωπο, αλλά κυρίως η συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και ότι το σύμπαν μπορεί να είναι απέραντο, ακατανόητο και αδιάφορο απέναντι στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτή ακριβώς η ιδέα βρίσκεται στον πυρήνα της λογοτεχνικής του κληρονομιάς και εξηγεί γιατί, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, το όνομα του Χ. Φ. Λάβκραφτ εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη λογοτεχνία του τρόμου και του φανταστικού.
Ειρηναίος Μαράκης,
για τη Viral Greece
