Στις 26 Αυγούστου 1919 πέθανε στο εξοχικό του στο Νέο Φάληρο, σε ηλικία 66 ετών, ο Γεώργιος Σουρής, ένας από τους σημαντικότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, δημοσιογράφος και εκδότης της περίφημης εβδομαδιαίας σατιρικής εφημερίδας «Ο Ρωμηός». Ο θάνατός του προκάλεσε πανελλήνιο πένθος και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη, με τιμές στρατηγού. Μεταθανάτια του απονεμήθηκε το παράσημο του Ανώτατου Ταξιάρχη του Σωτήρος, ενώ το 1932 στήθηκε η προτομή του στον κήπο του Ζαππείου.
Ο Σουρής γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 2 Φεβρουαρίου 1853. Ο πατέρας του, έμπορος με καταγωγή από τα Κύθηρα, τον προόριζε για κληρικό, όμως η οικονομική καταστροφή της οικογένειας τον οδήγησε στη Ρωσία, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα. Το εμπόριο, ωστόσο, δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα και αντί να ασχολείται με τα κατάστιχα, γέμιζε κρυφά τις σελίδες τους με στίχους.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1879, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ για να βιοπορίζεται εργάστηκε ως γραφέας και συνεργάστηκε με σατιρικές εφημερίδες και έντυπα της εποχής, μεταξύ άλλων τον «Ασμοδαίο» του Εμμανουήλ Ροΐδη, το «Μη χάνεσαι!» του Βλάση Γαβριηλίδη και τον «Ραμπαγά». Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, καθώς απέτυχε στις πανεπιστημιακές εξετάσεις, γεγονός που ο ίδιος μετέτρεψε σε αντικείμενο αυτοσαρκασμού και σατιρικής έμπνευσης.
Στις 2 Απριλίου 1883 εξέδωσε το πρώτο φύλλο του «Ρωμηού», μιας έμμετρης, εβδομαδιαίας σατιρικής εφημερίδας, που πήρε το όνομά της από τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη. Με μια μικρή διακοπή, η έκδοση συνεχίστηκε έως τον Νοέμβριο του 1918, συνολικά για 36 χρόνια και οκτώ μήνες, σε 1.444 τεύχη και δύο παραρτήματα. Ο ίδιος ο Σουρής έγραφε σχεδόν εξ ολοκλήρου την εφημερίδα, σχολιάζοντας με καυστικό αλλά συχνά καλοπροαίρετο τρόπο την πολιτική, την κοινωνία και τα πρόσωπα της εποχής.
Μετά μεγάλης μου χαράς, στους φίλους αναγγέλλω,
πως εξετάσθην, των θυρών ερμητικώς κλεισμένων,
στον πολυγένη Φιντικλή και τον σπανό Σεμτέλο
και απερρίφθην μυστικά, μετά πολλών επαίνων!
Λοιπόν και πάλιν, Έλληνες, αρχίζομε σαν πρώτα,
πάλι «Ρωμηός» και ξάπλωμα, πάλι ζωή και κόττα!..
Ιδιαίτερα δημοφιλείς έγιναν οι χαρακτήρες που δημιούργησε, ο Φασουλής και ο Περικλέτος, μέσα από τους οποίους ο ποιητής σχολίαζε την επικαιρότητα και σατίριζε τόσο τους απλούς πολίτες όσο και τους πολιτικούς και τους άρχοντες. Η σάτιρά του δεν περιοριζόταν στην εξουσία, αλλά στρεφόταν συχνά και εναντίον του ίδιου του εαυτού του, όπως στο ποίημα «Η ζωγραφιά μου», όπου αυτοσαρκάζεται με χαρακτηριστική διάθεση.
Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.Mακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Xριστό.Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ’ αυτά.Mούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σαν πεθαμένη.Kανένα χρώμα
δεν της ταιριάζει
και τώρ’ ακόμα
βαφές αλλάζει.Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.
Η σχέση του με την εξουσία δεν ήταν πάντοτε ανέφελη. Το 1896 διώχθηκε για σάτιρα εναντίον του βασιλιά Γεωργίου Α΄, ενώ το 1897 οδηγήθηκε στο εδώλιο με την κατηγορία της εξύβρισης της βασίλισσας Όλγας, εξαιτίας στίχων που θεωρήθηκε ότι περιείχαν υπαινιγμούς για την ίδια. Ο Σουρής αθωώθηκε, υποστηρίζοντας με χιούμορ ότι οι επίμαχοι στίχοι αφορούσαν τη δική του σύζυγο.
Παράλληλα με τον «Ρωμηό», έγραψε ποιήματα, έμμετρες κωμωδίες και ημερολόγια, ενώ το 1900 παρουσιάστηκαν με μεγάλη επιτυχία στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη σε δική του έμμετρη απόδοση. Η εξαιρετική ευκολία του στη στιχουργία, η ικανότητά του να εντοπίζει το κωμικό και η αδιάκοπη παραγωγή στίχων τον ανέδειξαν σε μία από τις πιο δημοφιλείς πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής.
Ο Σουρής αποκαλέστηκε «Νέος Αριστοφάνης» και «γόης ποιητής» από τον Κωστή Παλαμά, ενώ προτάθηκε επανειλημμένα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1907, το 1908, το 1909, το 1911 και το 1912. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από τη μικτή γλώσσα, την ευρηματική ομοιοκαταληξία, την πολιτική και κοινωνική σάτιρα, αλλά και τον αυτοσαρκασμό. Αν και ορισμένοι κριτικοί τον κατηγόρησαν ως απλό «στιχοπλόκο» και αμφισβήτησαν την ποιητική αξία του έργου του, η δημοτικότητα και η επιρροή του υπήρξαν τεράστιες.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Γεώργιος Σουρής παραμένει μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας: ένας ποιητής που έκανε τη σάτιρα καθημερινό σχόλιο πάνω στην πολιτική και κοινωνική ζωή, χρησιμοποιώντας το γέλιο ως τρόπο παρατήρησης, κριτικής και, συχνά, αυτοκριτικής.