Απότομες διακυμάνσεις στις τιμές μετά την εφαρμογή της έκπτωσης – Οι εταιρείες καυσίμων δεν μετακυλίουν πλήρως τη μείωση
Από τα μεσάνυχτα της 1ης Μαΐου τέθηκε σε ισχύ στη Γερμανία η κυβερνητική απόφαση για μείωση του ενεργειακού φόρου στα καύσιμα, η οποία αντιστοιχεί σε έκπτωση περίπου 17 σεντς ανά λίτρο. Το μέτρο εφαρμόστηκε με στόχο τη συγκράτηση των αυξημένων τιμών που έχουν επιβαρύνει τους καταναλωτές, κυρίως λόγω της ενεργειακής αναταραχής που προκλήθηκε από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Παρά την αρχική αποκλιμάκωση των τιμών τις πρώτες πρωινές ώρες, το όφελος για τους οδηγούς αποδείχθηκε βραχύβιο. Οι εταιρείες καυσίμων δεν φαίνεται να μετακυλίουν πλήρως τη μείωση του φόρου στις τελικές τιμές, με αποτέλεσμα η αγορά να παρουσιάσει έντονες διακυμάνσεις μέσα στην ίδια ημέρα. Το νέο καθεστώς τιμολόγησης οδήγησε προσωρινά την τιμή της βενζίνης κάτω από τα 2 ευρώ ανά λίτρο, ωστόσο η εικόνα αντιστράφηκε μέσα σε λίγες ώρες.
Σύμφωνα με τη Γερμανική Λέσχη Αυτοκινήτου ADAC, η μέση τιμή της βενζίνης Super E10 αυξήθηκε απότομα μέσα σε λίγα λεπτά κατά 12,1 σεντς, φτάνοντας τα 2,076 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης σημείωσε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο κατά 13,3 σεντς, στα 2,177 ευρώ το λίτρο. Νωρίτερα, στις 08:00 το πρωί, οι τιμές είχαν υποχωρήσει αισθητά, με τη βενζίνη να διαμορφώνεται στα 1,976 ευρώ και το ντίζελ στα 2,063 ευρώ ανά λίτρο, επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα.
Η ADAC εκτιμά ότι οι πετρελαϊκές εταιρείες ενδέχεται να αντισταθμίζουν επιχειρηματικούς κινδύνους, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το περιθώριο για ουσιαστικές μειώσεις τιμών είναι σημαντικό, δεδομένου του ήδη υψηλού επιπέδου τιμών και της πρόσθετης φορολογικής ελάφρυνσης. Παράλληλα, χαρακτηρίζει αδικαιολόγητη τη μεσημεριανή ανατίμηση και εκφράζει την εκτίμηση ότι το όφελος από τη μείωση του φόρου θα περάσει στους καταναλωτές με μεγαλύτερη καθυστέρηση, πιθανώς μέσα στο Σαββατοκύριακο.
Από την πλευρά του, ο οικονομολόγος ενέργειας Μανουέλ Φρόντελ από το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Leibniz εμφανίστηκε αιφνιδιασμένος από την αργή προσαρμογή της αγοράς. Όπως σημείωσε, υπό το πρίσμα της έντονης δημόσιας και δημοσιογραφικής παρακολούθησης, οι μεγάλες εταιρείες δύσκολα μπορούν να δικαιολογήσουν μια τόσο περιορισμένη μετακύλιση του οφέλους στους καταναλωτές, ιδίως τις πρώτες ημέρες εφαρμογής του μέτρου.
