Στις 10 Μαΐου 1905, στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου, γεννιέται ο Μάρκος Βαμβακάρης, από τις πλέον καθοριστικές μορφές της ελληνικής λαϊκής μουσικής και ο άνθρωπος που θα συνδεθεί όσο λίγοι με τη διαμόρφωση και την καθιέρωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Προερχόμενος από φτωχή καθολική οικογένεια, γιος του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη, μεγαλώνει σε συνθήκες ένδειας αλλά και σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική, με τη λαϊκή και παραδοσιακή της μορφή, δεν ήταν ξένη. Η οικογένεια, παρά τη φτώχεια της, είχε μουσικές αναφορές: ο πατέρας του έπαιζε λαϊκά όργανα και υπήρχε γενικότερα μια προφορική μουσική παράδοση που, χωρίς να είναι οργανωμένη εκπαίδευση, λειτουργούσε ως πρώτο άτυπο σχολείο για τον νεαρό Μάρκο. Πολύ νωρίς εγκαταλείπει το σχολείο λόγω οικονομικών αναγκών και εργάζεται σε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές, από λούστρος και εφημεριδοπώλης μέχρι εργάτης σε κλωστήρια και χασάπης, εμπειρίες που τον φέρνουν σε άμεση επαφή με τον σκληρό κόσμο της λαϊκής καθημερινότητας και της βιοπάλης.

Το 1917 μεταφέρεται στον Πειραιά, όπου και θα διαμορφωθεί ουσιαστικά η καλλιτεχνική και κοινωνική του ταυτότητα. Στα Ταμπούρια και στις εργατικές γειτονιές του Πειραιά εργάζεται ως γαιανθρακεργάτης, λιμενεργάτης και εκδορέας στα σφαγεία, βιώνοντας από κοντά τον κόσμο των εργατών, των τεκέδων και της περιθωριακής αστικής ζωής που θα αποτελέσει τη θεματική βάση των μετέπειτα τραγουδιών του. Σε αυτό το περιβάλλον, γύρω στο 1924, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το μπουζούκι, ένα όργανο που τον εντυπωσιάζει βαθιά και λειτουργεί ως καταλύτης για τη μουσική του πορεία. Χωρίς επίσημη εκπαίδευση, μαθαίνει μόνος του και πολύ γρήγορα αναπτύσσει προσωπικό ύφος, συνδυάζοντας τη βιωματική εμπειρία της εργατικής τάξης με τη μουσική έκφραση. Η πρώτη του περίοδος ως μουσικός συνδέεται με τους τεκέδες του Πειραιά, όπου διαμορφώνεται το πρώιμο ρεμπέτικο ύφος, με έντονο αυτοσχεδιασμό, λαϊκή θεματολογία και ωμή κοινωνική αποτύπωση.
Η καθοριστική του είσοδος στη δισκογραφία έρχεται το 1933, όταν ηχογραφεί τον πρώτο εμπορικά επιτυχημένο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, μια εξέλιξη που αλλάζει την πορεία της ελληνικής μουσικής. Η επιτυχία αυτή ανοίγει τον δρόμο για τη συστηματική δισκογράφηση του ρεμπέτικου και φέρνει στο προσκήνιο μια ολόκληρη μουσική κουλτούρα που μέχρι τότε βρισκόταν στο περιθώριο. Λίγο αργότερα συμμετέχει στη «Τετράδα του Πειραιώς» μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά, σχηματίζοντας ένα από τα πρώτα οργανωμένα λαϊκά μουσικά σχήματα με μπουζούκια, που αλλάζει ριζικά τον ήχο της εποχής και εκτοπίζει τις παλαιότερες μορφές λαϊκής ορχήστρας.
Προπολεμικές ηχογραφήσεις του Μάρκου Βαμβακάρη σε τραγούδια του ίδιου από το Νοέμβριο του 1932 έως και την άνοιξη του 1941 πριν τη γερμανική εισβολή.
Η δημιουργική του περίοδος πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρείται από τις πιο παραγωγικές, με δεκάδες τραγούδια που αποτυπώνουν την καθημερινότητα, τον έρωτα, τη φτώχεια και τη σκληρότητα της ζωής των λαϊκών στρωμάτων. Την ίδια περίοδο ταξιδεύει και εμφανίζεται σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, ενώ συνδέεται στενά με τη διαμόρφωση του αστικού λαϊκού τραγουδιού. Η «Φραγκοσυριανή», που γράφεται μετά από προσωπική εμπειρία στη Σύρο, εξελίσσεται σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια της ελληνικής μουσικής ιστορίας και συμβολίζει τη σύνδεση του δημιουργού με την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής και των δύσκολων πολεμικών χρόνων, η ζωή του σημαδεύεται από απώλειες, οικονομική δυσπραγία και οικογενειακές δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να δημιουργεί, προσαρμόζοντας πολλές φορές το έργο του στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Το 1942 παντρεύεται για δεύτερη φορά την Ευαγγελία Βεργίου, με την οποία αποκτά παιδιά, και προσπαθεί να σταθεροποιήσει τη ζωή του μέσα σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο ιστορικό περιβάλλον. Μετά τον πόλεμο, όμως, η μουσική βιομηχανία αλλάζει κατεύθυνση και ο Βαμβακάρης περιθωριοποιείται για μια περίοδο, καθώς νέες μουσικές τάσεις τον θεωρούν ξεπερασμένο, ενώ αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα υγείας, κυρίως παραμορφωτική αρθρίτιδα που επηρεάζει την ικανότητά του να παίζει μπουζούκι.

Η αναβίωση της καριέρας του έρχεται στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και κυρίως από το 1960 και μετά, όταν με πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη επανέρχονται στη δισκογραφία παλιά και νέα τραγούδια του, τα οποία ερμηνεύονται τόσο από τον ίδιο όσο και από νεότερους καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Καίτη Γκρέι. Η αποδοχή είναι εντυπωσιακή και ο Βαμβακάρης επιστρέφει στα πάλκα και στις συναυλίες, γνωρίζοντας μια δεύτερη καλλιτεχνική αναγνώριση που αποκαθιστά τη θέση του στην ελληνική μουσική ιστορία.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης πεθαίνει στις 8 Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα, στον «Ερυθρό Σταυρό», από νεφρική ανεπάρκεια που σχετίζεται με σακχαρώδη διαβήτη, σε ηλικία 66 ετών. Η κηδεία του πραγματοποιείται στη Νίκαια και στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο με πάνω από 200 ηχογραφημένα τραγούδια και μια επιρροή που ξεπερνά τα όρια της μουσικής, καθώς συνδέεται με την ίδια την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία του ελληνικού 20ού αιώνα.
