Ο αμερικανός τραγουδιστής, τραγουδοποιός και κιθαρίστας Τζον Λι Χούκερ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του ηλεκτρικού μπλουζ, με ένα ιδιαίτερο, ωμό και γεμάτο ένταση παίξιμο που επηρέασε καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως οι Animals και οι Rolling Stones
Ο Τζον Λι Χούκερ γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1917, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, στο Τάτγουαϊλερ του Μισισιπή, αν και η ακριβής χρονολογία και ο τόπος γέννησής του έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαφωνίας. Απογραφή του 1920 τον καταγράφει επτά ετών, γεγονός που υποστηρίζει την άποψη ότι είχε γεννηθεί το 1912. Ο ίδιος είχε κατά καιρούς αναφέρει ως έτος γέννησης το 1920, ενώ επίσημες πηγές καθιέρωσαν το 1917. Ήταν το μικρότερο από τα έντεκα παιδιά του Γουίλιαμ Χούκερ, αγρότη και βαπτιστή ιεροκήρυκα, και της Μίνι Ράμσεϊ. Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με το μπλουζ ήρθε μέσα από τον πατριό του, τον μουσικό Γουίλιαμ Μουρ, ο οποίος του έμαθε κιθάρα και τον επηρέασε βαθιά με το λιτό, μονότονο και υπνωτιστικό στυλ παιξίματός του. Σημαντική επιρροή υπήρξε επίσης ο κιθαρίστας Τόνι Χόλινς.

Σε ηλικία μόλις 14 ετών έφυγε από το σπίτι του και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Μέμφις, όπου έπαιζε στη διάσημη Beale Street. Αργότερα βρέθηκε στο Σινσινάτι και, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εργάστηκε σε εργοστάσια διαφόρων πόλεων. Το 1943 εγκαταστάθηκε στο Ντιτρόιτ, όπου εργάστηκε στη Ford και παράλληλα άρχισε να εμφανίζεται στα κλαμπ και τα μπαρ της πόλης. Το Ντιτρόιτ θα γινόταν η μουσική του βάση και ο τόπος όπου θα διαμόρφωνε το προσωπικό του ύφος. Σε μια πόλη γνωστή περισσότερο για τους πιανίστες της, ο Χούκερ ξεχώρισε με την ηλεκτρική κιθάρα και ένα πρωτόγονο, επίμονο και ιδιαίτερα ρυθμικό παίξιμο, που συνδύαζε το Delta blues με στοιχεία από το hill country blues και το λεγόμενο talking blues.
Η μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1948 με το «Boogie Chillen’», ένα τραγούδι που θεωρείται πλέον θεμελιώδες για την εξέλιξη του ηλεκτρικού μπλουζ και του ροκ εν ρολ. Ηχογραφήθηκε με τον Χούκερ να τραγουδά, να παίζει κιθάρα και να χτυπά ρυθμικά το πόδι του πάνω σε ξύλινη επιφάνεια. Το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία και ένα από τα πιο εμπορικά race records της εποχής.
Ακολούθησαν σημαντικές ηχογραφήσεις, όπως τα «Crawling King Snake», «Dimples», «Boom Boom» και «One Bourbon, One Scotch, One Beer». Ο Χούκερ συχνά ηχογραφούσε διαφορετικές εκδοχές των τραγουδιών του για διαφορετικές δισκογραφικές εταιρείες, χρησιμοποιώντας κατά περιπτώσεις διάφορα ψευδώνυμα, καθώς οι μαύροι μουσικοί της εποχής αμείβονταν ελάχιστα από τις πωλήσεις των δίσκων.
Το ιδιαίτερο στυλ του δεν ήταν εύκολο να ενταχθεί σε μια αυστηρή μουσική φόρμα. Ο Χούκερ δεν ακολουθούσε πάντα σταθερό ρυθμό, αλλά προσαρμόζε τον χρόνο και την ένταση του παιξίματός του στις ανάγκες κάθε τραγουδιού. Αυτή η ελευθερία, μαζί με τον βαθύ και τραχύ τρόπο που τραγουδούσε, δημιούργησε έναν απολύτως προσωπικό ήχο. Από τη δεκαετία του 1960 άρχισε να αποκτά μεγάλη απήχηση και στην Ευρώπη, συμμετέχοντας στο American Folk Blues Festival και πραγματοποιώντας περιοδείες. Η μουσική του επηρέασε έντονα τη βρετανική μπλουζ και ροκ σκηνή, ενώ τραγούδια του διασκευάστηκαν από συγκροτήματα και μουσικούς που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ροκ της δεκαετίας του 1960.
Η συνεργασία του με τους Canned Heat στο άλμπουμ «Hooker ‘n Heat» το 1971 ήταν ένας ακόμη σημαντικός σταθμός. Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως ο Βαν Μόρισον, ο Στιβ Μίλερ και ο Έλβιν Μπίσοπ, ενώ η παρουσία του στο «The Blues Brothers» το 1980 τον έφερε σε επαφή και με ένα πολύ ευρύτερο κινηματογραφικό κοινό.
Η καριέρα του γνώρισε νέα άνθηση στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του 1990. Το άλμπουμ «The Healer» του 1989 περιλάμβανε συνεργασίες με τον Κάρλος Σαντάνα, την Μπόνι Ρέιτ και άλλους μουσικούς, ενώ ακολούθησαν τα «Mr. Lucky», «Chill Out» και «Don’t Look Back». Τα άλμπουμ αυτά απέφεραν νέες διακρίσεις και βραβεία Γκράμι, αποδεικνύοντας ότι ο Χούκερ παρέμενε σημαντική παρουσία στη μουσική σκηνή ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία.
Κατά τη διάρκεια μιας καριέρας που κράτησε σχεδόν επτά δεκαετίες, ο Χούκερ ηχογράφησε δεκάδες άλμπουμ και έγινε ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους εκπροσώπους του ηλεκτρικού μπλουζ. Τιμήθηκε με πέντε βραβεία Γκράμι, μεταξύ των οποίων και το βραβείο για τη συνολική προσφορά του το 2000. Το 1980 εντάχθηκε στο Blues Hall of Fame και το 1991 στο Rock and Roll Hall of Fame, ενώ το 1997 απέκτησε αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας του Χόλιγουντ.
Ο Τζον Λι Χούκερ πέθανε στον ύπνο του στις 21 Ιουνίου 2001, στο σπίτι του στο Λος Άλτος της Καλιφόρνιας, σε ηλικία που σύμφωνα με την επικρατέστερη χρονολογία γέννησής του ήταν 83 ετών.
Η μουσική του, ωμή, λιτή και γεμάτη ένταση, αποτέλεσε γέφυρα ανάμεσα στο παραδοσιακό μπλουζ και το ηλεκτρικό μπλουζ του Ντιτρόιτ, ενώ η επιρροή του στο ροκ υπήρξε τεράστια. Τραγούδια όπως το «Boogie Chillen’» και το «Boom Boom» παραμένουν μέχρι σήμερα κομμάτια που αποτυπώνουν τη μετάβαση από το μπλουζ στον σύγχρονο ηλεκτρικό ήχο.
