Ο ανήσυχος τρομπετίστας και συνθέτης που σφράγισε τη μουσική του 20ού αιώνα με διαρκείς ανατροπές, πρωτοποριακές συνεργασίες και έναν μοναδικό ήχο

Στις 26 Μαΐου 1926 γεννήθηκε στο Όλτον του Ιλινόις ο Μάιλς Ντέιβις, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία της τζαζ και συνολικά της σύγχρονης μουσικής. Ο Μάιλς Ντιούι Ντέιβις Γ΄, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, μεγάλωσε σε εύπορη αφροαμερικανική οικογένεια και από μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με τη μουσική μέσα από ραδιοφωνικές εκπομπές που πρόβαλλαν τη μαύρη μουσική κουλτούρα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακούγοντας καλλιτέχνες όπως ο Λούις Άρμστρονγκ, ο Ντιουκ Έλινγκτον και η Μπέσι Σμιθ, ο νεαρός Ντέιβις γοητεύτηκε από τον κόσμο της τζαζ και άρχισε μαθήματα τρομπέτας. Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών έγινε μέλος της ένωσης μουσικών, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’40 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου συνδέθηκε με κορυφαίες μορφές της bebop σκηνής, όπως ο Τσάρλι Πάρκερ και ο Ντίζι Γκιλέσπι.

Η άνοδος του Μάιλς Ντέιβις υπήρξε ραγδαία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 ξεκίνησε να ηχογραφεί προσωπικούς δίσκους και να συνεργάζεται με κορυφαίους μουσικούς, όπως ο Τζον Κολτρέιν, ο Θελόνιους Μονκ, ο Σόνι Ρόλινς και ο Τζιλ Έβανς. Δίσκοι όπως τα «Birth of the Cool», «Round About Midnight», «Milestones», «Kind of Blue» και «Sketches of Spain» θεωρούνται πλέον ιστορικά ορόσημα, καθώς διαμόρφωσαν το ύφος της cool jazz και άνοιξαν τον δρόμο για τις modal αναζητήσεις της δεκαετίας του ’60. Το 1970 κυκλοφόρησε το εμβληματικό «Bitches Brew», έναν δίσκο που έμελλε να αλλάξει εκ νέου τα δεδομένα, θεμελιώνοντας ουσιαστικά το τζαζ-ροκ fusion. Μαζί με μουσικούς όπως ο Τσικ Κορία, ο Γουέιν Σόρτερ και ο Τζον ΜακΛάφλιν, ο Ντέιβις έσπρωξε τη μουσική σε νέες περιοχές, συνδυάζοντας την τζαζ με το ροκ, το φανκ και αργότερα ακόμη και με επιρροές από τη χιπ-χοπ.

Η ζωή του υπήρξε έντονη και συχνά αυτοκαταστροφική. Οι εξαρτήσεις, οι ακραίοι ρυθμοί ζωής και η συνεχής καλλιτεχνική πίεση τον οδήγησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 σε πολυετή αποχή από τη μουσική. Παρ’ όλα αυτά, επέστρεψε δυναμικά τη δεκαετία του ’80, παραμένοντας δημιουργικός και ανήσυχος μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1990 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του, όπου μίλησε ανοιχτά για τη μουσική, τον ρατσισμό, τα ναρκωτικά και τις μεγάλες μορφές της τζαζ με τις οποίες συνεργάστηκε. Έναν χρόνο αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου 1991, ο Μάιλς Ντέιβις πέθανε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας σε ηλικία 65 ετών.

Για περισσότερο από μισό αιώνα ο Μάιλς Ντέιβις βρισκόταν διαρκώς στην πρωτοπορία των μουσικών εξελίξεων. Με λιτό, βαθιά εκφραστικό ύφος και μοναδική αίσθηση αυτοσχεδιασμού, επηρέασε γενιές μουσικών και άφησε πίσω του συνθέσεις όπως τα «So What», «Nardis», «Milestones», «Solar» και «Four», που θεωρούνται πλέον κλασικές. Ο ήχος της τρομπέτας του υπήρξε αξεπέραστος και η παρουσία του στη μουσική ιστορία πραγματικά μοναδική.

Sketches of Spain

Το «Sketches of Spain», που κυκλοφόρησε στις 18 Ιουλίου 1960 από την Columbia Records, αποτελεί έναν από τους πιο ιδιαίτερους και επιδραστικούς δίσκους στην ιστορία της τζαζ και συνολικά της σύγχρονης μουσικής. Ο Μάιλς Ντέιβις, σε συνεργασία με τον ενορχηστρωτή και συνθέτη Τζιλ Έβανς, δημιούργησε ένα έργο που ξεπερνά τα στενά όρια της τζαζ και κινείται ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κλασική μουσική, το φλαμένκο, τις λαϊκές παραδόσεις της Ισπανίας και τις modal αναζητήσεις της εποχής.

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε μεταξύ Νοεμβρίου 1959 και Μαρτίου 1960 στο περίφημο Columbia 30th Street Studio της Νέας Υόρκης, σε μια περίοδο όπου ο Ντέιβις βρισκόταν ήδη στην κορυφή της δημιουργικότητάς του, αμέσως μετά το «Kind of Blue». Αν εκείνος ο δίσκος άνοιξε τον δρόμο για τη modal jazz, το «Sketches of Spain» αποδείκνυε ότι ο Μάιλς δεν ενδιαφερόταν να επαναλάβει τον εαυτό του. Αντίθετα, αναζητούσε συνεχώς νέες φόρμες, νέες υφές και νέες μουσικές γλώσσες.

Η αφετηρία του έργου υπήρξε το «Concierto de Aranjuez» του ισπανού συνθέτη Χοακίν Ροδρίγο. Ο Ντέιβις γνώρισε το έργο μέσα από έναν δίσκο που του χάρισε φίλος του και γοητεύτηκε αμέσως από τη μελωδία του δεύτερου μέρους, του περίφημου adagio. Ο Τζιλ Έβανς, μην έχοντας καν διαθέσιμη παρτιτούρα, απομαγνητοφώνησε το έργο απευθείας από τον δίσκο και ξεκίνησε να το αναδομεί για τη μεγάλη ορχήστρα και την τρομπέτα του Ντέιβις. Η αρχική πρόθεση δεν ήταν να δημιουργήσουν έναν «ισπανικό» δίσκο, όμως όσο εμβάθυναν στη μουσική της Ισπανίας, τόσο περισσότερο το έργο αποκτούσε ξεκάθαρη ταυτότητα. Καθοριστικό ρόλο στην ατμόσφαιρα του άλμπουμ έπαιξαν και οι ηχογραφήσεις παραδοσιακής μουσικής που είχε πραγματοποιήσει ο θρυλικός εθνομουσικολόγος Άλαν Λόμαξ στη Γαλικία και την Ανδαλουσία. Οι μελωδίες αυτές, μαζί με το φλαμένκο και τη λαϊκή μουσική της Ιβηρικής, έδωσαν στον δίσκο τον τελετουργικό και σχεδόν μυστηριακό χαρακτήρα του.

Το κεντρικό έργο του άλμπουμ είναι φυσικά το «Concierto de Aranjuez», που καταλαμβάνει σχεδόν τη μισή διάρκεια του δίσκου. Η εκτέλεση ξεκινά πιστά στη μελωδία του Ροδρίγο, όμως σταδιακά μεταμορφώνεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό: μια σχεδόν κινηματογραφική σύνθεση, όπου η τρομπέτα του Μάιλς αιωρείται πάνω από πυκνές, δραματικές ενορχηστρώσεις. Ο ήχος του flugelhorn δίνει μια βαθιά μελαγχολική χροιά, ενώ η προσέγγιση του Ντέιβις βασίζεται περισσότερο στη σιωπή, στον λυρισμό και στην ένταση των παύσεων παρά στην τεχνική επίδειξη. Ο ίδιος ο Μάιλς είχε πει πως η μελωδία του έργου ήταν τόσο ισχυρή ώστε «όσο πιο απαλά την παίζεις, τόσο πιο δυνατή γίνεται». Αυτή η φιλοσοφία διαπερνά ολόκληρο τον δίσκο. Αντί για εκρηκτικούς αυτοσχεδιασμούς, ο Ντέιβις επιλέγει την οικονομία, τη συγκράτηση και τη συναισθηματική φόρτιση. Η τρομπέτα του ακούγεται σχεδόν ανθρώπινη, σαν φωνή που θρηνεί ή αφηγείται μια ιστορία γεμάτη μνήμη και νοσταλγία.

Το «Will O’ the Wisp», βασισμένο στο μπαλέτο «El Amor Brujo» του Μανουέλ ντε Φάλια, ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σκοτεινή και θεατρική διάσταση του άλμπουμ. Οι ενορχηστρώσεις του Έβανς δημιουργούν μια σχεδόν ονειρική ατμόσφαιρα, ενώ τα παραδοσιακά κομμάτια «Saeta», «Solea» και «The Pan Piper» μεταφέρουν στον ακροατή το πνεύμα της ισπανικής υπαίθρου, των θρησκευτικών λιτανειών και του ανδαλουσιανού φλαμένκο.

Ιδιαίτερα το «Saeta» ξεχωρίζει για τον σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα του. Το κομμάτι βασίζεται σε θρησκευτικό άσμα της Μεγάλης Εβδομάδας στη Σεβίλλη και αποδίδεται με τρόπο που θυμίζει πένθιμη πομπή. Η τρομπέτα του Ντέιβις ακούγεται σαν κραυγή μέσα στη νύχτα, δημιουργώντας μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της δισκογραφίας του.

Το «Solea», από την άλλη, θεωρείται από πολλούς η κορύφωση του δίσκου. Εκεί ο Μάιλς συνδέει ανοιχτά το φλαμένκο με τις αφροαμερικανικές μουσικές ρίζες. Όπως έγραφε αργότερα στην αυτοβιογραφία του, στις κλίμακες της ανδαλουσιανής μουσικής άκουγε κάτι κοινό με τα μπλουζ και τις αφρικανικές μουσικές παραδόσεις. Αυτή η σύνδεση είναι που κάνει το «Sketches of Spain» να μη μοιάζει με απλή «διασκευή» ισπανικής μουσικής, αλλά με οργανική σύνθεση διαφορετικών πολιτισμών.

Οι ηχογραφήσεις υπήρξαν εξαντλητικές. Σε αντίθεση με την αυθόρμητη και σχεδόν χαλαρή διαδικασία του «Kind of Blue», εδώ ο Τζιλ Έβανς και ο παραγωγός Τέο Ματσέρο δούλευαν με τελειομανία πάνω σε κάθε λεπτομέρεια. Οι πρόβες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι μουσικοί επαναλάμβαναν συνεχώς τα περάσματα μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Ντέιβις παραδέχτηκε αργότερα ότι μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων αισθανόταν συναισθηματικά εξαντλημένος.

Η υποδοχή του δίσκου υπήρξε εντυπωσιακή, αν και όχι ομόφωνα θετική. Πολλοί κριτικοί τον χαρακτήρισαν αριστούργημα και έργο που άνοιγε νέους δρόμους για την ορχηστρική τζαζ. Άλλοι δυσκολεύτηκαν να τον εντάξουν στα όρια του είδους, καθώς απουσίαζε σε μεγάλο βαθμό ο παραδοσιακός τζαζ ρυθμός. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Μάιλς απάντησε απλά: «Είναι μουσική, και μου αρέσει».

Με την πάροδο των δεκαετιών, το «Sketches of Spain» αναγνωρίστηκε ως ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα του Μάιλς Ντέιβις και της μεταπολεμικής μουσικής γενικότερα. Θεωρείται υποδειγματικό έργο του λεγόμενου third stream, δηλαδή της σύντηξης τζαζ και κλασικής μουσικής, ενώ επηρέασε βαθιά μεταγενέστερους μουσικούς, συνθέτες κινηματογράφου και ενορχηστρωτές. Πέρα όμως από την ιστορική του σημασία, το «Sketches of Spain» παραμένει πάνω απ’ όλα ένας δίσκος ατμόσφαιρας και συναισθήματος. Είναι ένας κόσμος γεμάτος σκιές, χρώματα, σιωπές και υπόγεια ένταση. Ένα έργο που ακούγεται ταυτόχρονα αρχαίο και μοντέρνο, ευρωπαϊκό και αφροαμερικανικό, λυρικό και βαθιά υπαρξιακό. Και ίσως γι’ αυτό συνεχίζει ακόμη και σήμερα να μοιάζει μοναδικό.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link