Στις 3 Ιουνίου 1899, στη Βιέννη, πεθαίνει από πνευμονία ο αυστριακός συνθέτης Γιόχαν Στράους (υιός), μία από τις πλέον καθοριστικές μορφές της ευρωπαϊκής μουσικής του 19ου αιώνα και ο δημιουργός που ανέδειξε το βιεννέζικο βαλς σε διεθνές πολιτιστικό φαινόμενο. Γεννημένος στις 25 Οκτωβρίου 1825 στη Βιέννη, ως πρωτότοκος γιος του επίσης σημαντικού συνθέτη Γιόχαν Στράους του πρεσβύτερου, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική ήταν ταυτόχρονα οικογενειακή παράδοση και πεδίο έντονου ανταγωνισμού, καθώς ο πατέρας του επιδίωκε να απομακρύνει τα παιδιά του από τον καλλιτεχνικό χώρο, θεωρώντας τον ασταθή και επισφαλή.
Παρά τη γονεϊκή αντίθεση, ο Στράους στράφηκε από νωρίς στη μουσική, αρχικά σπουδάζοντας κρυφά βιολί και θεωρία, ενώ παράλληλα εργάστηκε σε τραπεζικό περιβάλλον. Η οριστική ρήξη με τον πατέρα του και η αποδέσμευσή του από τις οικογενειακές πιέσεις τον οδήγησαν στην πλήρη αφοσίωση στη σύνθεση και τη διεύθυνση ορχήστρας. Το 1844 ίδρυσε τη δική του μικρή ορχήστρα, με την οποία άρχισε να εμφανίζεται σε βιεννέζικες αίθουσες και κέντρα διασκέδασης, κερδίζοντας γρήγορα δημοτικότητα για τη μελωδική του ευρηματικότητα και τον χορευτικό χαρακτήρα της μουσικής του.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1849, ο Στράους ανέλαβε πλήρως τον μουσικό χώρο που εκείνος είχε διαμορφώσει, συγχωνεύοντας τα σύνολα και επεκτείνοντας τη δράση του σε διεθνές επίπεδο. Σταδιακά πραγματοποίησε εκτεταμένες περιοδείες στην Ευρώπη, με σημαντικούς σταθμούς στη Ρωσία και την Αγγλία, όπου η μουσική του γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή, ενώ αργότερα ταξίδεψε και στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρουσιάζοντας συναυλίες στη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή του ακτινοβολία.
Το έργο του ξεπερνά τα 500 συνθέματα, κυρίως βαλς, πόλκες και καντρίλιες, στα οποία μετέτρεψε τη χορευτική μουσική σε υψηλής αισθητικής καλλιτεχνική φόρμα, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το βαλς «Στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη», που συνδέθηκε όσο λίγα έργα με την ταυτότητα της Βιέννης και της αυστριακής πολιτιστικής κληρονομιάς. Σημαντικά έργα του αποτελούν επίσης τα «Παραμύθια από το Δάσος της Βιέννης», «Βιεννέζικο Αίμα», «Κρασί, γυναίκα και τραγούδι» και το «Αυτοκρατορικό Βαλς», ενώ στον χώρο της οπερέτας ξεχωρίζουν έργα όπως «Η Νυχτερίδα» και «Ο Βαρώνος Τσιγγάνος», που καθιέρωσαν τη βιεννέζικη οπερέτα ως ιδιαίτερο θεατρικό είδος.
Η μουσική του, παρότι ενταγμένη στην «ελαφρά» παράδοση, αναγνωρίστηκε ευρέως για την τεχνική της αρτιότητα και τη μελωδική της δύναμη, με προσωπικότητες όπως ο Μπραμς και ο Βάγκνερ να εκφράζουν τον θαυμασμό τους για το έργο του. Ο Στράους παντρεύτηκε τρεις φορές αλλά δεν απέκτησε απογόνους και μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε κεντρική μορφή της βιεννέζικης μουσικής ζωής, αφήνοντας μια κληρονομιά που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή μουσική παράδοση.
