Το έπος του Ευρωμπάσκετ, οι «12» του Κώστα Πολίτη, ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και ο τελικός που άλλαξε για πάντα την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού

Η 14η Ιουνίου 1987 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Είναι μια νύχτα που άλλαξε για πάντα τη σχέση των Ελλήνων με το μπάσκετ, μια στιγμή συλλογικής έκστασης που ξεπέρασε τα όρια του αθλητισμού και μετατράπηκε σε κοινωνικό και πολιτισμικό γεγονός. Πριν από εκείνο το βράδυ στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, το μπάσκετ ήταν ένα δημοφιλές αλλά σαφώς δευτερεύον άθλημα σε σχέση με το ποδόσφαιρο. Μετά το τελευταίο σφύριγμα του τελικού απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, ολόκληρη η χώρα βγήκε στους δρόμους για να γιορτάσει μια επιτυχία που έμοιαζε αδιανόητη λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα. Η νίκη με 103-101 στην παράταση χάρισε στην Ελλάδα το πρώτο της Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα μπάσκετ και αποτέλεσε τον μεγαλύτερο θρίαμβο ελληνικής εθνικής ομάδας σε ομαδικό άθλημα μέχρι την κατάκτηση του EURO 2004 από την εθνική ποδοσφαίρου.

Η διοργάνωση του 25ου Ευρωμπάσκετ φιλοξενήθηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο νεόδμητο τότε Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Η εθνική ομάδα δεν συγκαταλεγόταν στα φαβορί. Αντίθετα, κουβαλούσε στις πλάτες της δεκαετίες αποτυχιών. Δεν είχε συμμετάσχει καν στο Ευρωμπάσκετ του 1985 στη Γερμανία, ενώ στη διοργάνωση του 1983 στη Γαλλία είχε τερματίσει μόλις ενδέκατη. Από το 1965 και τη διοργάνωση της Μόσχας είχε να βρεθεί στην πρώτη οκτάδα ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Ο στόχος που είχε τεθεί από τον ομοσπονδιακό τεχνικό Κώστα Πολίτη ήταν αρχικά μετριοπαθής: η πρόκριση στα προημιτελικά και μια αξιοπρεπής παρουσία μπροστά στο ελληνικό κοινό. Ο Πολίτης, που είχε αναλάβει την ομάδα το 1982, είχε επενδύσει σε μια νέα γενιά παικτών, η οποία είχε πλέον ωριμάσει αγωνιστικά και ψυχολογικά.

Το ρόστερ εκείνης της ομάδας έμελλε να περάσει στην αθλητική αθανασία. Ο Νίκος Γκάλης, ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ο Παναγιώτης Φασούλας, ο Φάνης Χριστοδούλου, ο Μέμος Ιωάννου, ο Λιβέρης Ανδρίτσος, ο Αργύρης Καμπούρης, ο Νίκος Σταυρόπουλος, ο Νίκος Λινάρδος, ο Μιχάλης Ρωμανίδης, ο Νίκος Φιλίππου και ο Παναγιώτης Καρατζάς αποτέλεσαν τους δώδεκα εκλεκτούς που θα έγραφαν ιστορία. Η Ελλάδα κληρώθηκε στον δυσκολότερο όμιλο της διοργάνωσης μαζί με τη Σοβιετική Ένωση, τη Γιουγκοσλαβία, την Ισπανία, τη Γαλλία και τη Ρουμανία. Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό με νίκη 109-77 επί της Ρουμανίας στις 3 Ιουνίου, με τον Γκάλη να πετυχαίνει 44 πόντους. Την επόμενη ημέρα ήρθε το πρώτο μεγάλο σοκ για την Ευρώπη. Η Ελλάδα νίκησε τη σπουδαία Γιουγκοσλαβία των Ντράζεν Πέτροβιτς, Τόνι Κούκοτς, Ζάρκο Πάσπαλι και Στόγιαν Βράνκοβιτς με 84-78, με τον Γκάλη να σημειώνει ξανά 44 πόντους. Το ΣΕΦ άρχισε να γεμίζει και οι Έλληνες να πιστεύουν ότι κάτι ξεχωριστό γεννιόταν.

Η συνέχεια δεν ήταν εύκολη. Η Ισπανία νίκησε την Ελλάδα με 106-89, ενώ ακολούθησε η ήττα από τη Σοβιετική Ένωση με 69-66 σε έναν αγώνα που άφησε έντονες διαμαρτυρίες για τη διαιτησία. Έτσι, το τελευταίο παιχνίδι της φάσης των ομίλων απέναντι στη Γαλλία μετατράπηκε σε τελικό πρόκρισης. Η ελληνική ομάδα ανταποκρίθηκε στην πίεση, επικράτησε με 82-69 και εξασφάλισε την παρουσία της στην οκτάδα. Ήταν η στιγμή που η χώρα άρχισε πραγματικά να ζει στον ρυθμό του Ευρωμπάσκετ.

Στα προημιτελικά η Ελλάδα αντιμετώπισε την πανίσχυρη Ιταλία. Παρά τη βαριά φανέλα των «ατζούρι», η ομάδα του Κώστα Πολίτη πραγματοποίησε ίσως την πιο ολοκληρωμένη εμφάνισή της μέχρι τότε και νίκησε με 90-78. Ο Γκάλης σημείωσε 38 πόντους, ο Γιαννάκης 22 και ο Αργύρης Καμπούρης πραγματοποίησε μία από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας του. Η πρόκριση στα ημιτελικά είχε ήδη ξεπεράσει κάθε προσδοκία, αλλά η ελληνική ομάδα δεν ήταν διατεθειμένη να σταματήσει εκεί.

Στις 12 Ιουνίου η Ελλάδα συνάντησε ξανά τη Γιουγκοσλαβία. Οι «πλάβι» προηγήθηκαν στο ημίχρονο με δέκα πόντους διαφορά, όμως η ελληνική ομάδα επέστρεψε εντυπωσιακά στο δεύτερο μέρος. Ο Φάνης Χριστοδούλου πραγματοποίησε σπουδαία εμφάνιση με 18 πόντους, ο Γκάλης πρόσθεσε 30 και η Ελλάδα επικράτησε με 81-77. Για πρώτη φορά στην ιστορία της βρισκόταν στον τελικό ενός Ευρωμπάσκετ. Απέναντί της θα βρισκόταν η Σοβιετική Ένωση του Αλεξάντερ Γκομέλσκι, η οποία είχε συντρίψει την Ισπανία με 113-96 στον άλλο ημιτελικό.

Το βράδυ της 14ης Ιουνίου το ΣΕΦ ήταν κατάμεστο. Χιλιάδες φίλαθλοι είχαν κατακλύσει τις εξέδρες, ενώ εκατομμύρια Έλληνες παρακολουθούσαν από τις τηλεοράσεις τους. Ο τελικός εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά παιχνίδια στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Η Σοβιετική Ένωση διέθετε παίκτες παγκόσμιας κλάσης όπως οι Μαρτσουλιόνις, Βολκόφ, Τκατσένκο και Βάλτερς και επιβεβαίωσε τη δυναμική της. Η Ελλάδα όμως είχε τον Νίκο Γκάλη, ο οποίος πραγματοποίησε ίσως τη μεγαλύτερη εμφάνιση της καριέρας του με 40 πόντους. Δίπλα του, ο Γιαννάκης οργάνωνε το παιχνίδι, ο Φασούλας κυριαρχούσε κοντά στο καλάθι και οι υπόλοιποι διεθνείς έδιναν ό,τι είχαν και δεν είχαν.

Η κανονική διάρκεια ολοκληρώθηκε με σκορ 89-89, χάρη στις δύο εύστοχες βολές του Λιβέρη Ανδρίτσου λίγα δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη. Στην παράταση η αγωνία κορυφώθηκε. Με το σκορ στο 101-101, ο Αργύρης Καμπούρης κέρδισε φάουλ στην τελευταία επίθεση της Ελλάδας. Ο σέντερ του Ολυμπιακού στάθηκε στη γραμμή των βολών με ελάχιστα δευτερόλεπτα να απομένουν. Το βάρος ενός ολόκληρου έθνους έμοιαζε να βρίσκεται στους ώμους του. Ο Καμπούρης ευστόχησε και στις δύο βολές, διαμορφώνοντας το τελικό 103-101. Η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Ο Νίκος Γκάλης αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης με μέσο όρο 37 πόντους ανά αγώνα και μαζί με τον Παναγιώτη Γιαννάκη συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία πεντάδα του τουρνουά, πλάι στους Αντρές Χιμένεθ, Σαρούνας Μαρτσιουλιόνις και Αλεξάντερ Βολκόφ. Ωστόσο, η μεγαλύτερη διάκριση δεν αποτυπωνόταν σε μετάλλια ή ατομικά βραβεία. Βρισκόταν στους δρόμους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας, του Ηρακλείου και κάθε ελληνικής πόλης, όπου χιλιάδες άνθρωποι πανηγύριζαν μέχρι το ξημέρωμα. Άνθρωποι που μέχρι τότε δεν είχαν παρακολουθήσει ποτέ αγώνα μπάσκετ βρέθηκαν να τραγουδούν και να πανηγυρίζουν για την εθνική ομάδα.

Η επιτυχία εκείνης της βραδιάς υπήρξε καταλυτική. Τα γήπεδα μπάσκετ γέμισαν παιδιά που ήθελαν να γίνουν ο νέος Γκάλης ή ο νέος Γιαννάκης. Οι ακαδημίες πολλαπλασιάστηκαν, οι σύλλογοι ενισχύθηκαν και το ελληνικό μπάσκετ μπήκε σε μια περίοδο πρωτόγνωρης ανάπτυξης που οδήγησε στις ευρωπαϊκές επιτυχίες των συλλόγων και στις μετέπειτα διακρίσεις της εθνικής ομάδας. Πάνω απ’ όλα όμως, η 14η Ιουνίου 1987 απέδειξε ότι μια μικρή χώρα μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια τις μεγαλύτερες δυνάμεις της Ευρώπης και να τις νικήσει. Ήταν η βραδιά που το μπάσκετ μετατράπηκε σε εθνικό σπορ και οι δώδεκα παίκτες του Κώστα Πολίτη σε διαχρονικούς ήρωες του ελληνικού αθλητισμού.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link